Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Για την "Ορθοδοξία" των Αντιχαλκηδονίων

Για την "Ορθοδοξία" των Αντιχαλκηδονίων



Για την
ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΕΝΔΟ-ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΔΙΑΛΟΓΟ
ΓΙΑ ΤΗΝ «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ» ΤΩΝ ΑΝΤΙΧΑΛΚΗΔΟΝΙΩΝ
(Ιούνιος 1994)
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
Η Β’ Κοινή Δήλωσις της Μικτής Επιτροπής του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πάντοτε και οι δύο πλευρές διατήρησαν την ίδια αυθεντική πίστι στο πρόσωπο του Χριστού και διακηρύττει το συμπέρασμα αυτό ως εξής:     
«Υπό το φως της ημετέρας Κοινής Δηλώσεως επί της Χριστολογίας ως και επί των ανωτέρω κοινών θέσεων, κατενοήσαμε τώρα σαφώς ότι αμφότεραι αι οικογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστώς την αυτήν αυθεντικήν Ορθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν και την αδιάκοπον συνέχειαν της αποστολικής παραδόσεως, καίτοι εχρησιμοποίησαν χριστολογικούς όρους κατά διάφορον τρόπον. Η κοινή αύτη πίστις και συνεχής πιστότης προς την αποστολικήν παράδοσιν δέον όπως καταστή η βάσις της ημετέρας ενότητος και κοινωνίας»1.
Ήδη η Επιτροπή της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους, που ασχολήθηκε με το θέμα του διαλόγου με τους Αντιχαλκηδονίους στην Έκθεσί της2 έχει διατυπώσει δέκα σημεία-επιφυλάξεις όσον αφορά τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις, την διαδικασία και τα συμπεράσματα του Διαλόγου. Έχει επίσης επισημάνει και ωρισμένα δογματικά ζητήματα, τα οποία χρειάζονται διευκρίνισι και σαφεστέρα διατύπωσι. Έχει τέλος εκφράσει και τον κίνδυνο νέων σχισμάτων στο άγιο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, εάν η ένωσις δεν γίνη εν τη Αληθεία.
Η εντύπωσίς μας ότι είναι αδύνατον να έχουν οι Αντιχαλκηδόνιοι την ίδια με τους Ορθοδόξους Χριστολογία στηρίχθηκε στην θεμελιώδη εκκλησιολογική αρχή, κατά την οποία μόνο η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ήτοι η Ορθόδοξος Εκκλησία, μπορεί να κατέχη το πλήρωμα της αληθείας. Για τον λόγο αυτόν προχωρήσαμε στην μελέτη του θέματος των Αντιχαλκηδονίων και εντοπίσαμε τα σημεία δογματικής διαφοροποιήσεώς των από την Ορθοδοξία. Τα επιμέρους θέματα που μελετήθηκαν εντάσσονται στις εξής τρεις ενότητες: α) Εκκλησιολογικές προϋποθέσεις, β) Ιστορικές μαρτυρίες και γ) Δογματικές διαφορές.
Όσον αφορά την "ορθοδοξία" των παλαιών Αντιχαλκηδονίων, οι αποφάνσεις των Οικουμενικών Συνόδων και οι γνώμες των αγίων Πατέρων δεν αφήνουν περιθώρια για διαφορετική τοποθέτησί μας απέναντί τους, δηλαδή ότι είναι αιρετικοί. Από την άποψι αυτή η παρούσα μελέτη δεν εξετάζει εξ υπαρχής εάν οι Αντιχαλκη­δόνιοι είναι ορθόδοξοι, αλλά προσπαθεί να υποδείξη την αίρεσί τους. Επειδή όμως οι Κοινές Δηλώσεις της Μι­κτής Θεολογικής Επιτροπής του Διαλόγου μετά των Αντιχαλκηδονίων, υπογεγραμμένες από τους εκπροσώπους των κατά τόπους Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών, φέρουν τους σημερινούς Αντιχαλκηδονίους ως ορθοδόξους κατά το φρόνημα, στο τέλος της παρούσης μελέτης εκφράζουμε και ωρισμένες σκέψεις γύρω από την ενδεχομένη ορθοδοξία των. Αν και θεωρούμε θετικό το γεγονός ότι οι Αντιχαλκηδόνιοι έχουν ήδη κάνει κάποια βήματα προς την κατεύθυνσι της Ορθοδοξίας, με την έκθεσι των σκέψεων που εκφράζουμε στην μελέτη αυτή συμβάλλουμε ίσως σε ένα ενδο-ορθόδοξο προβληματισμό, απαραίτητο για την ωρίμανσι της συνειδήσεως της Εκκλησίας όσον αφορά την ένωσι των Αντιχαλκηδο­νίων με την Εκκλησία.
 
Α. ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
1. Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, δηλαδή η Ορθόδοξος Εκκλησία, είναι "ο στύλος και το εδραίωμα της Αληθείας". Δεν είναι δυνατόν να ομολογήται αληθινά και στην πληρότητά της η πίστις, παρά μόνο μέσα στην Ορθόδοξο Εκκλησία. Πώς μπορούμε, λοιπόν, οι Ορθόδοξοι να αναγνωρίζουμε την αλήθεια της πίστεως σε άλλους χώρους που δεν είναι η Εκκλησία;
2.  Η Εκκλησία έχει συνείδησι της διαχρονικής της ταυτότητος. Διαλεγομένη σήμερα με τους Αντιχαλκηδονίους έχει την συναίσθησι ότι είναι η Εκκλησία των αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων. Οι αποφάσεις της επίσης έχουν διαχρονική ισχύ. για τον λόγο δε αυτόν οι αποφάσεις της αγίας Δ’ Οικουμενικής Συνόδου είναι τόσο δεσμευτικές, ώστε να μη μπορεί η Εκκλησία να αποφασίση διαφορετικά χωρίς να αναιρέση τον εαυτό της.
Κάτω από αυτό το πνεύμα, η φράσις "τώρα κατενοήσαμεν σαφώς" δεν εναρμονίζεται προς την κλασσική πατερική ρήσι "επόμενοι τοις αγίοις πατράσι", που είναι η μόνη που εκφράζει την ορθόδοξο αυτοσυνειδησία.
3.  Έχει λεχθή ότι σήμερα δεν πρέπει να χρησιμοποιήται η λεγομένη πολεμική θεολογία, δηλαδή η αντιρρητική και ελεγκτική προς τους αιρετικούς γλώσσα των αγίων Πατέρων, αλλά μία θεολογική γλώσσα που να απορρέη από την αγωνία της Εκκλησίας για την περιφρούρησι της ενότητος του εκκλησιαστικού σώματος.3
Νομίζουμε ότι η προτεινομένη θεολογική αντιμετώπισις των εκτός της Εκκλησίας ευρισκομένων αιρετικών δεν εξυπηρετεί την αλήθεια. Πρώτον, διότι από τους αποστολικούς χρόνους η γλώσσα της Εκκλησίας προς τους αιρετικούς ήταν πάντοτε αντιρρητική. «κρείττων γαρ επαινετός πόλεμος, ειρήνης χωριζούσης Θεού» (άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος). Αυτή η στάσις της Εκκλησίας είναι πραγματικά φιλάνθρωπη, διότι και το ποίμνιο του Χριστού προφυλάσσει από την αίρεσι, αλλά και παρέχει προς τους αιρετικούς αφορμές και επεξηγήσεις ώστε να επανέλθουν στην Εκκλησία.
Ας σημειωθή, εν παρόδω, ότι το σώμα της Εκκλησίας αποτελείται από τους βαπτισμένους ορθοδόξους Χριστιανούς και μόνο. Περιφρούρησις της ενότητος του σώματος της Εκκλησίας σημαίνει, ακολούθως, διασφάλισι της ορθοδοξίας αυτών και της μέχρι τέλους παραμονής των εις τους κόλπους της Εκκλησίας· και τούτο ακριβώς αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της ποιμαντικής φροντίδος της. Δεν εντάσσονται όμως στο σώμα της Εκκλησίας και οι εκτός αυτής αιρετικοί. Η αγωνία και η φροντίδα της Εκκλησίας φθάνει και μέχρις εκείνων, αλλά το περιεχόμενο της αγωνίας αυτής είναι η επιστροφή τους στην Εκκλησία και όχι η καθ’ οιονδήποτε τρόπο μεθόδευσις της ειρηνικής συνυπάρξεώς των υπό ένα νεφελώδη τύπο εκκλησιαστικής κοινωνίας.
 
Β. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
1.    Οι ενωτικές προσπάθειες του παρελθόντος
Όταν οι ενωτικές προσπάθειες γίνονταν με ορθόδοξα κριτήρια, η Εκκλησία ζητούσε από τους Αντιχαλκηδονίους να αναγνωρίσουν την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο και γενικά την ορθόδοξο ομολογία.
Όσον αφορά την ένωσι με τους Αρμενίους:
Ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός έγραψε προς τον αρμένιον ηγεμόνα Σεμπάτιον, υιόν του Ασουτίου, παρα­κινών αυτόν να δεχθή την ορθόδοξον ομολογίαν... αλλ’ ο νέος ηγεμών Ασούτιος ο νεώτερος (913-925)... έθεσε τέρμα εις τας σχέσεις των δύο Εκκλησιών...
Ο αυτοκράτωρ Κωνσταντινουπόλεως Μανουήλ ο Κομνηνός, την ιβ’ εκατονταετηρίδα, αντήλλαξεν επιστολάς μετά του αρμενίου πατριάρχου Νερσή του Δ’ και απέστειλεν απεσταλμένους υπό τον φιλόσοφον Θεωριανόν (1170 και 1172). Οι Αρμένιοι έπρεπε να εγκαταλείψωσι τας μνημονευθείσας εκκλησιαστικάς διαφοράς, ο δε αρμένιος πατριάρχης να εγκαθιδρύεται υπό του βυζαντινού αυτοκράτορος... Οι όροι εκρίθησαν απαράδεκτοι...
Τον Νερσήν, αποθανόντα, διεδέχθη ο ανεψιός αυτού Γρηγόριος ο Δ’. Διεξήχθησαν νέαι διαπραγματεύσεις... Οι όροι των Βυζαντινών την φοράν αυτήν περιωρίζοντο εις τα δογματικά ζητήματα... Οι Αρμένιοι απέρριψαν τους μνημονευθέντας όρους. Η απόρριψις φαίνεται εκ τούτου, ότι ήθελον την ένωσιν μόνον αν οι Ορθόδοξοι εδέχοντο την ομολογίαν Νερσή του Δ’, η οποία όμως παραμερίζει την Δ’ οικουμενικήν σύνοδον».4
Είναι χαρακτηριστική η παρατήρησις του καθηγητού Ιωάννου Καρμίρη: "Ούτε αι του ιερού Φωτίου και του Μανουήλ Κομνηνού μετά του Θεωριανού, ούτε αι άλλαι φιλενωτικαί προσπάθειαι των ανωτέρω μνημονευθέντων φιλορθοδόξων Αρμενίων Καθολικών και πολλών Βυζαντινών Ορθοδόξων ίσχυσαν να αποσπάσωσιν ολοσχερώς και οριστικώς τους Αρμενίους εκ της μονοφυσιτικής "μακράς πλάνης" αυτών. Διότι ουδέποτε ηθέλησαν οι Αρμένιοι δι’ ομοφώνου συνοδικής αποφάσεως να α­ναγνωρίσωσι επισήμως την Δ’ Οικουμενικήν Σύνοδον».5
Οι προσπάθειες προς την κατεύθυνσι των Ιακωβιτών επίσης δεν έφεραν την επιδιωκομένη ένωσι:
«Ο αυτοκράτωρ Μανουήλ ο Κομνηνός... δια του Θε­ωριανού έστειλεν επιστολήν προς τον πατριάρχην αυτών, αλλ’ ούτος, απαντών, ενέμεινεν εις την μίαν εν τω Χριστώ φύσιν, ο δε Θεωριανός εν Κεσσουνίω ήλθεν εις συνδιάλεξιν (1170) μετ’ απεσταλμένου του πατριάρχου και του επισκόπου της πόλεως ταύτης, άνευ αποτελέσματος».6
Όταν οι ενωτικές προσπάθειες, λόγω κάποιας πολιτικής σκοπιμότητος, εγίνοντο παρά την ακρίβεια (δηλαδή την ρητή ομολογία της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου εκ μέρους των Αντιχαλκηδονίων), το τίμημα για την Εκκλησία ήταν πολύ βαρύ. Είτε εδημιουργούντο νέα σχίσματα στο σώμα της Εκκλησίας (π.χ. ακακιανό σχίσμα), είτε συνέβαινε εκτροπή σε νέες αιρέσεις (π.χ. μονοθελητισμός). Το "Ενωτικόν" του αυτοκράτορος Ζήνωνος (482) και η εκκλησιαστική ενωτική πολιτική του Ηρακλείου (633) αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Έχοντας υπ’ όψιν τις ανωτέρω ιστορικές πληροφορίες, προσπαθούμε να αξιολογήσουμε δύο γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την διεξαγωγή του προσφάτου διαλόγου με τους Αντιχαλκηδονίους και που περιέπεσαν στην αντίληψί μας από τα σχετικά δημοσιεύματα:
1ον. Την υιοθέτησι, υπό της Μικτής Επιτροπής, μεθόδου "περισσότερον επαγωγού", δια της ελαχιστοποιήσεως ή και παρασιωπήσεως των δογματικών ιδιαιτερο­τήτων, ώστε να επιτευχθή ευκολώτερα η φόρμουλα δογματικής συμφωνίας.7
2ον. Την απαίτησι του πατριάρχου των Κοπτών Σενούδα Γ’ «να μη μνημονεύονται ρητώς (σ.σ. στην κοινή δήλωσι του Σαμπεζύ, 1990) η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος και ο άγιος Λέων δια λόγους ποιμαντικής συνέσεως, δια να μη παρακωλυθή η επί τα πρόσω πορεία του Διαλόγου»,8 και την θετική ανταπόκρισι των Ορθοδόξων, παρά τις διαφωνίες των Αρμενίων προς τους Κόπτας δια την ανωτέρω απαίτησι, για να μη ναυαγήση ο Διάλογος.
Ταπεινώς φρονούμε ότι τα ανωτέρω δύο σημεία δείχνουν ότι ο ενθουσιασμός για την ένωσι συνετέλεσε στο να υιοθετηθούν μέθοδος και διαδικασία που δεν αποδείχθηκαν ευαίσθητες στις δογματικές διαφορές.
 
2. Οι διαλλαγές του 433 αποκαλύπτουν τους Αντιχαλκηδονίους
Στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο ο άγιος Κύριλλος και οι Πατέρες της Συνόδου κατεδίκασαν τον Νεστόριο, ο οποίος διαιρούσε το Πρόσωπο του Χριστού σε δύο υποστάσεις: μία του Θεού Λόγου και μία του ανθρώπου Ιησού, και διετράνωσαν συνοδικώς την πίστι της Εκκλησίας ότι αυτή η Υπόστασις του Θεού Λόγου εσαρκώθη και ότι αυτή αποτελεί το Πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Με τον τρόπο αυτόν εξασφάλισαν την ορθόδοξο διδασκαλία για την ενότητα του Προσώπου του Χριστού, απαραίτητη για την σωτηρία της ανθρω­πίνης φύσεως μέσω μιας πραγματικής ενώσεώς της με την θεότητα στην Υπόστασι του Θεού Λόγου.
Παρ’ όλον ότι ο αγώνας του αγίου Κυρίλλου, ως αντιαιρετικός, εστρέφετο εναντίον της διαιρέσεως του ενός προσώπου, εν τούτοις και η πραγματική διάκρισις των φύσεων και η ορθοδόξως νοουμένη υποστατική ένωσίς των στην μία και την αυτή Υπόστασι του Θεού Λόγου και η πραγματική αντίδοσις των ιδιωμάτων των φύσεων, λόγω της υποστατικής ενώσεως, είναι στοιχεία που φαίνονται καθαρά στην διδασκαλία του οικουμενικού αυτού διδασκάλου της Εκκλησίας, όταν κάποιος τον διαβάζη και τον ερμηνεύη ορθόδοξα.
«Ούτω φαμέν Αυτόν και παθείν και αναστήναι, ουχ ως του Θεού Λόγου παθόντος εις ιδίαν φύσιν,... επειδή δε το γεγονός αυτού ίδιον σώμα πέπονθε ταύτα, πάλιν ο αυτός λέγεται παθείν υπέρ ημών» (Επιστολή Β’ προς Νεστόριον).
Με τις Διαλλαγές του 433 ο άγιος Κύριλλος δέχθηκε και φραστικώς δύο φύσεις μετά την ένωσι, όπως φαίνεται από την επιστολή του προς Ιωάννην Αντιοχείας.9
Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, οι Αντιοχείς ορθώς εδέχοντο δύο φύσεις μετά την ένωσι, αλλά έσφαλλαν στο ότι δεν ωμολογούσαν και μία και μοναδική την υπόστασι του Χριστού: «Ομοίως και επί του ενός της Αγίας Τριάδος, Νεστόριος την φυσικήν διαφοράν λέγει. αλλά την ένωσιν ουχ ομολογεί, ου γαρ λέγει ταύτην καθ’ υπόστασιν γεγονέναι» (PG 91, 145A).10 Όταν λοιπόν με τις Διαλλαγές του 433 κατεδίκασαν τον νεστοριανισμό, διετήρησαν ως ορθόδοξο την ομολογία των δύο διακεκριμένων και πραγματικών φύσεων μετά την ένωσι -που μέχρι τότε επίστευαν,- συνωμολόγησαν όμως και την ενότητα του Προσώπου (Υποστάσεως του Θεού Λόγου) αποδεχόμενοι την διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου και τον Όρο της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου. Αυτή ήταν η νίκη της Ορθοδοξίας!
Κατά την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο (431), όλοι οι αντινεστοριανοί (Ορθόδοξοι, Ευτυχιανισταί και μελλοντικοί μετριοπαθείς Μονοφυσίται) είχαν "στεγασθή" κάτω από την κυρίλλειο φρασεολογία. Η εξέλιξις των πραγμάτων όμως απεκάλυψε ότι όλοι οι αντινεστοριανοί δεν είχαν το αυτό φρόνημα, έστω και αν "εστεγάζοντο" κάτω από την ίδια φρασεολογία του αγίου Κυρίλλου. Οι Διαλλαγές του 433 ήσαν η "λυδία λίθος".
Ο άγιος Κύριλλος και όλοι οι ορθόδοξοι κατά το φρόνημα είδαν ότι μπορούσαν να δεχθούν τον αντιοχειανό όρο "δύο φύσεις μετά την ένωσι". όχι ως αναιρετικό της ενότητος του Προσώπου, αλλά ως δηλωτικό της πραγματικής διαφοράς των φύσεων. Αντίθετα οι ακραίοι Αλεξανδρινοί, οι οποίοι είχαν μονοφυσιτικό φρόνημα, δεν δέχθηκαν τις Διαλλαγές. Νόμισαν ότι ο άγιος Κύριλλος παλινδρόμησε και εξετράπη. Δεν εδέχοντο τους "νέους" όρους, έστω και αν τους είπε ο ίδιος ο Κύριλ­λος: «Απόβλητοί εισιν αι των αγίων Πατέρων περί δύο φύσεων ηνωμένων εν Χριστώ χρήσεις, καν Κυρίλλου υπάρχουσι».11 Στην πραγματικότητα οι Διαλλαγές τους απεκάλυψαν.
Αμέσως μετά τις Διαλλαγές αρχίζουν να διαγράφωνται δύο διαφορετικές θεολογικές κατευθύνσεις, μία ορθόδοξη και μία μονοφυσιτική.
1) Ορθόδοξη:
- Ο άγιος Κύριλλος απαντά προς εκείνους που απόρησαν με τις Διαλλαγές: «Ου γαρ ούτω λεληρήκαμεν, ώστε αναθεματίσαι τα εαυτών. αλλ’ εμμένομεν, οις γεγράφαμεν και φρονούμεν».12
- Η Ενδημούσα Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως (448), υπό τον πατριάρχη άγιο Φλαβιανό, διαβάζει τις Επιστολές Β’ προς Νεστόριον και προς Ανατολικούς ως δογματικά κείμενα.13 Καταδικάζει τον Ευτυχή ως αιρετικό.
- Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος αποδέχεται πάντα τα διδάγματα του αγίου Κυρίλλου και καταδικάζει εκείνους που κατ’ επιλογήν δέχονται ωρισμένα ως ορθόδοξα και άλλα ως αιρετικά.14 Δικαιώνει τον άγιο Φλαβιανό, δηλαδή αναγνωρίζει την ορθοδοξία του, ακυρώνει την ληστρική σύνοδο της Εφέσου (449), αναθεματίζει τον Ευτυχή και καθαιρεί τον Διόσκορο.
- Οι Ε’, ΣΤ’ και Ζ’ Οικουμενικές Σύνοδοι αλληλοδιαδόχως επικυρώνουν την ορθοδοξία του αγίου Κυρίλλου και την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο.
2) Μονοφυσιτική:
- Ο Ευτυχής δέχεται μόνο τα IBΚεφάλαια του αγίου Κυρίλλου και απορρίπτει τις Επιστολές Β’ προς Νεστόριον και προς Ανατολικούς. Δηλαδή απορρίπτει τις Διαλλαγές. Γι’ αυτό καταδικάζεται από την Ενδημούσα Σύνοδο.
-Ο Διόσκορος προεδρεύει της ληστρικής συνόδου και δικαιώνει τον Ευτυχή15, ενώ συγχρόνως καταδικάζει τον άγιο Φλαβιανό Κων/λεως, καθώς και όσους εδέ­χοντο τις Διαλλαγές16. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου είπαν ότι ο «Διόσκορος την πίστιν παρέτρωσε» και ότι είναι «ομόφρων Ευτυχούς».17
Ο Τιμόθεος ο Αίλουρος (457) καταδικάζει τον άγιο Κύριλλο, λόγω των Διαλλαγών: «Κύριλλός εστιν ο των αλεξανδρέων επίσκοπος. ούτος γαρ διαφόρως το σοφόν της ορθοδοξίας διαρθρώσας κήρυγμα, παλίμβολος φανείς, ταναντία δογματίσας ελέγχεται. επεί μίαν φύσιν του Θεού Λόγου χρην λέγειν υποθέμενος, αναλύει το υπ’ αυτού δογματισθέν και δύο φύσεις επί Χριστού πρεσβεύειν αλίσκεται».18 Ανεβαίνει στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξανδρείας αφού πρώτα οι οπαδοί του φονεύουν εντός του βαπτιστηρίου τον ορθόδοξο πατριάρχη, άγιο ιερομάρτυρα Προτέριο.
- Ο Πέτρος ο Κναφεύς (470) εισάγει στο Τρισάγιο τον θεοπασχητικό όρο "ο σταυρωθείς δι’ ημάς".
- Ο Φιλόξενος Ιεραπόλεως συγκαλεί σύνοδο στην Κων/πολι (499), καθαιρεί και εξορίζει τον ορθόδοξο πατριάρχη Αντιοχείας Φλαβιανό και αναβιβάζει αντ’ αυτού τον Σεβήρο.19
- Ο Σεβήρος Αντιοχείας ήταν ομόφρων και μαθητής του Τιμοθέου Αιλούρου.20
- Ο Θεοδόσιος Αλεξανδρείας χειροτονεί τον Ιάκωβο Βαραδαίο, εξ ου και οι σημερινοί Ιακωβίται της Συρίας.21
- Ο Ιάκωβος Βαραδαίος, εν συνεργασία προς τον μονοφυσίτη επίσκοπο Αλεξανδρείας Πέτρο (διάδοχο του Θεοδοσίου), οργανώνει τους μονοφυσίτας της Αιγύπτου, τους Κόπτας.22
- Σύροι μονοφυσίται διαδίδουν την αίρεσι και στην Αρμενία.
Λέγεται ότι ο ανεξίκακος Κύριλλος χάριν της ειρήνης της Εκκλησίας απεδέχθη τις Διαλλαγές. Έχουμε την γνώμη ότι ήταν θεολογικώς απαραίτητο να γίνουν οι Διαλλαγές, για να αρθή κάθε υποψία μη ομολογίας δύο πραγματικών φύσεων μετά την ένωσι.
Είναι πολύ χαρακτηριστική η επί του θέματος αυτού διαπίστωσις του καθηγητού π. Ιωάννου Ρωμανίδη:
«Το ότι αντιθέτως ο Άγιος Κύριλλος εδέχθη ως ορ­θόδοξον την ομολογίαν του Ιωάννου Αντιοχείας σημαίνει, ότι ο Διόσκορος και οι διάδοχοι αυτού εχάραξαν μίαν γραμμήν, ήτις δεν είναι απολύτως η του Αγίου Κυρίλλου. Εάν ούτως έχουν τα πράγματα, και φαίνεται ότι ούτως έχουν, ως ενδείκνυται από την ιστορικήν θεολογίαν των αντιχαλκηδονίων, τας μελετάς του π. Σάμουελ, και ως εφάνη από τας επιφυλάξεις του κ. Καρμίρη επί ενός σημείου της ομιλίας του Πατριάρχου Αιθιοπίας κ.κ. Θεοφίλου, τότε γνωρίζομεν, ότι η διδασκαλία αυτή δεν είναι ακριβώς αυτή του Αγίου Κυρίλλου, των Γ’, Δ’, Ε’ και ΣΤ’ Οικουμενικών Συνόδων».23
 
3. Tο φρόνημα της Εκκλησιασ όπως φαίνεται μέσα από τα συναξάρια
Είναι γεγονός ότι για την ακεραιότητα της ορθοδόξου πίστεως της Εκκλησίας υπερμάχησαν οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι αυτής, οι οποίοι συνεδύαζαν την προσωπική εμπειρία της θεώσεως με την υψηλή θύραθεν παιδεία. Είχαν τις προϋποθέσεις να ερμηνεύσουν την πίστι και να διατυπώσουν τα δόγματα. Ο Μέγας Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο άγιος Κύριλλος και άλλοι μεταγενέστεροι σήκωσαν το μεγάλο βάρος του αγώνος κατά των αιρέσεων.
Ο Θεός όμως χάριν των απλουστέρων οικονόμησε να γίνουν και μεγάλα θαύματα, μέσω των οποίων οι μεν Ορθόδοξοι θα εδραιώνοντο στην πίστι, οι δε καλόγνωμοι αιρετικοί θα επέστρεφαν εν μετανοία. Είναι γνωστό το θαύμα του αγίου Σπυρίδωνος κατά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, καθώς και το θαύμα της αγίας μεγαλομάρτυρος Ευφημίας κατά την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο.
Παρόμοια θαυμαστά γεγονότα σώζονται μέσα στα συναξάρια. Και μόνον ότι τα συναξάρια αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της λατρείας της Εκκλησίας και οι Ορθόδοξοι τρέφονται από αυτά, είναι αρκετό να δείξη την μεγίστη σημασία που έχουν για το προκείμενο θέμα, του κατά πόσον οι Αντιχαλκηδόνιοι έχουν την ίδια πίστι με την Εκκλησία.
Οι ορθόδοξοι Χριστιανοί του Ε’ και του ΣΤ’ αιώνος και οι ορθόδοξοι Χριστιανοί της σήμερον, ως μέλη της αυτής Μίας Αγίας Εκκλησίας του Χριστού, δεν μπορούν να έχουν διαφορετικό φρόνημα για την "ορθοδοξία" των Αντιχαλκηδονίων. Τα κατωτέρω παραδείγματα είναι πολύ ενδεικτικά.
Ο όσιος Σάββας ο Ηγιασμένος, τον οποίον ο Θεός ετίμησε με ιδιαίτερα σημεία της Χάριτός Του, όπως είναι η μέχρι σήμερα αφθορία και το ευώδες του αγίου λειψάνου του, είχε με σαφήνεια εκτιμήσει ότι η πίστις των Αντιχαλκηδονίων αποτελεί αίρεσι. Στον Βίο του αναφέρεται το γεγονός της επισκέψεώς του στα ανάκτορα του Ιουστινιανού, κατά την διάρκεια της οποίας η αυτοκράτειρα Θεοδώρα ζητούσε να λάβη την ευλογία του ώστε να αποκτήση τέκνο. Ο Άγιος της ευχήθηκε νίκες κατά των βαρβάρων και δόξα κοσμική, αλλά παρά τις επανειλημμένες παρακλήσεις της δεν συγκατετέθη να την ευλο­γήση για την απόκτησι τέκνου, μόνο και μόνο διότι η Θεοδώρα ευνοούσε απροκάλυπτα τον μονοφυσιτισμό των Αντιχαλκηδονίων.
Στο Λειμωνάριο του Ιωάννου Μόσχου, γραμμένο περίπου την εποχή που μας ενδιαφέρει, υπάρχουν περισσότερες από δέκα υποθέσεις που αναφέρονται στις σχέσεις Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων και που μαρτυρούν για την ανορθοδοξία της πίστεως των δευτέρων. Θα παρουσιάσουμε με συντομία ωρισμένες από τις υποθέσεις.24
Κεφάλαιο 26: Ο μοναχός Θεοφάνης, νεστοριανός, δυσκολεύεται, να απαρνηθή την αίρεσι του Νεστορίου, όπως τον συμβούλευε ο αββάς Κυριακός. «Όλοι λένε ότι η σωτηρία υπάρχει στην δική τους πίστι», διαμαρτύρεται ο Θεοφάνης. Αλλά με ταπείνωσι ζητά την προσευχή του Κυριακού να του αποκαλυφθή η αλήθεια. Μετά από προσευχή του αββά Κυριακού, λαμβάνει πληροφορία. Εν οράματι βλέπει σ’ ένα σκοτεινό και δυσώδη τόπο όλους τους αιρετικούς: Νεστόριο, Θεόδωρο, Ευτυχή, Απολινάριο, Ευάγριο, Δίδυμο, Διόσκορο, Σεβή­ρο, Άρειο, Ωριγένη και μερικούς άλλους. Μετά από αυτή την οπτασία επιστρέφει στην μυστηριακή κοινωνία της αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Κεφάλαιο 30: Ο μοναχός Ισίδωρος, ο οποίος όλη την μοναχική του ζωή περνά με ακατάπαυστα δάκρυα, διηγείται την αιτία του πένθους του. Ως λαϊκός ανήκε μαζί με την γυναίκα του στην αίρεσι του Σεβήρου. Όταν κάποτε βεβήλωσε την αγία Κοινωνία των Ορθοδόξων πετώντας την από το παράθυρο στον βούρκο, είδε να πέφτη κεραυνός και να παίρνη την θεία Κοινωνία. Αυτή στάθηκε η αιτία της μεταστροφής του.
Κεφάλαιο 36: Ο πατριάρχης Αντιοχείας Εφραίμιος ζητά με πολλές παρακλήσεις και νουθεσίες από κάποιον σεβηριανό στυλίτη να επιστρέψη στην Εκκλησία. Εκείνος του ζητά σημείο: να μπουν και οι δύο στην φωτιά. η αλήθεια θα είναι με το μέρος εκείνου που θα σωθή. Ο πατριάρχης με πολλή ταπείνωσι ζητά να αποφευχθή το εγχείρημα, αλλά για την σωτηρία του μοναχού το επιχειρεί. Ο στυλίτης μένει έκθαμβος και αρνείται την είσοδο στην φωτιά. Τότε ο πατριάρχης πετά το ωμόφορό του μέσα στις φλόγες. Μετά από τρεις ώρες το ωμόφορο ανασύρεται ακέραιο. Ο στυλίτης αναθεματίζει τον Σεβήρο και κοινωνεί με τον πατριάρχη Εφραίμιο.
Κεφάλαιο 46: Ο αββάς Κυριακός βλέπει εν οράματι την Κυρία Θεοτόκο συνοδευομένη από τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Στην πρόσκλησί του να ευλογήσουν το κελλί του, η Κυρία Θεοτόκος απήντησε αυστηρά: «Έχεις τον εχθρό μου στο κελλί σου και πώς ζητάς να μπω μέσα;» Επρόκειτο για δύο λόγους του Νεστορίου στις τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου, οι οποίες και πετάχθηκαν αμέσως.
Κεφάλαια 48 και 49: Δύο επίσημα πολιτικά πρόσωπα, η Κοσμιανή και ο Γήβημερ, εμποδίζονται να προσκυνήσουν τον ζωοδόχο Τάφο του Χριστού. Η πρώτη από την Κυρία Θεοτόκο και ο δεύτερος από ένα μυστηριώδες κριάρι. Μόνο όταν κατά συμβουλή των κληρικών του Παναγίου Τάφου απεκήρυξαν την αίρεσί τους -ήσαν οπαδοί του Σεβήρου- μπόρεσαν να προσκυνήσουν.
Κεφάλαιο 79: Στο σπίτι ενός πλουσίου λαϊκού, ανήκοντος στην αίρεσι του Σεβήρου, βρέθηκαν μερίδες θείας Κοινωνίας των Ορθοδόξων. Είχαν φυλαχθή από έτους στο ντουλάπι ενός ορθοδόξου υπηρέτου. Ο οικοδεσπότης θέλησε να τις καταστρέψη. Είδε όμως, όλως παραδόξως, να έχουν φυτρώσει πάνω στις μερίδες στάχυα. Μετανοιωμένος κοινοποίησε το θαύμα στον άγιο επίσκοπο Διονύσιο και τις μερίδες με τα στάχυα είδαν όλο το πλήθος της πόλεως. Πολλοί τότε επέστρεψαν στην αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Αυτή είναι η εμπειρία της Εκκλησίας. Είναι απορίας άξιον, πώς είναι δυνατόν η ίδια η Εκκλησία, που τότε έζησε αυτά τα θαύματα, τώρα να πιστεύση ότι οι Αντιχαλκηδόνιοι «διετήρησαν πάντοτε πιστώς την αυτήν αυθεντικήν Ορθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν και την αδιάκοπον συνέχειαν της αποστολικής παραδόσεως»!
 
Γ. ΔΟΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
1. Είναι ο Σεβήρος Ορθόδοξος;
Με την Γ’ Κοινή Δήλωσί της (1993) η Μικτή Επιτροπή του θεολογικού Διαλόγου προτείνει την άρσι των αναθεμάτων, που έχουν επιβληθή κατά το παρελθόν σε πρόσωπα ή Συνόδους, εάν αναγνωρισθή ότι τα πρόσωπα ή αι Σύνοδοι ήσαν ορθόδοξοι στην διδασκαλία τους.25 Υπάρχουν παραλλήλως ωρισμένα δημοσιεύματα, παλαι­ότερα και πρόσφατα, τα οποία παρουσιάζουν ως νόμιμη την παραδοχή ότι η Χριστολογία του Σεβήρου είναι ορθόδοξος.
Πιστεύουμε ότι δεν ευσταθεί αυτή η παραδοχή, διότι ο Σεβήρος έχει καταδικασθή συνοδικώς. Στην αναφορά μας αυτή θίγουμε ωρισμένα σημεία της Χριστολογίας του, τα συγκρίνουμε προς την διδασκαλία των αγίων Πατέρων και καταλήγουμε σε συμπεράσματα, από τα οποία διαφαίνεται η ορθότης της καταδίκης του Σεβήρου και της διδασκαλίας του.
Ως πηγές για την διδασκαλία του Σεβήρου χρησιμοποιούμε τις μελέτες του αντιχαλκηδονίου καθηγητού V. C. Samuel.26 Μία από τις ταξινομήσεις των δογματικών διαφορών μεταξύ Σεβήρου και αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού που κάνει ο Samuel θα αποτελέση το εισαγωγικό κείμενο. Γράφει:
«1. Ο χαλκηδόνιος Θεολόγος αποδέχεται όλες τις αλεξανδρινές εκφράσεις, περιλαμβανομένης της "μία σεσαρκωμένη φύσις του Θεού Λόγου". Κάνοντας αυτό ο Δαμασκηvόc λαμβάνει τον όρο "φύσις" με την έννοια "ουσία".  Αλλά ο Σεβήρος επιμένει ότι αυτή η έννοια δεν εξασφαλίζει την ιστορική πραγματικότητα του Ιησού Χριστού, και ότι για την εξασφάλισί της πρέπει να ομολογηθή ο υποστατικός χαρακτήρας των φύσεων που συν­ήλθαν προς ένωσι.
2. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός δεν λέγει ξεκάθαρα τι εννοεί με την έκφρασι "σύνθετο Πρόσωπο" ή "σύνθετος Υπόστασις", μολονότι την αποδέχεται. Ο Σεβήρος χρησιμοποιεί την φράσι και διασαφηνίζει το νόημά της. Η μία Υπόστασις, λέγει, έχει σχηματισθή από την συνδρομή (concurrence) της θεότητος και της ανθρωπότητος. Εν τη ενώσει η ανθρωπότης έχει εξατoμικευθή (indivi­duated), και γι’ αυτό διατηρεί τον υποστατικό της χαρακτήρα, καθώς και την δυνατότητα ανθρωπίνης εκφράσεως των θείων ενεργειών και ιδιοτήτων, και παραλ­λήλως θείας εκφράσεως των ανθρωπίνων ενεργειών και ιδιοτήτων, για να μπορεί να γίνη καταληπτή από μας.
3. Ο Σεβήρος δεν πιστεύει ότι, για να διασώζεται αληθινή η ανθρωπότης εν τω Χριστώ, είναι αναγκαίες εκφράσεις όπως "εν δύο φύσεσι", "δύο θελήσεις", "δύο ενέργειες" και τα όμοια. Κατά την άποψί του, αυτές οι εκφράσεις εισάγουν διαίρεσι του ενός Χριστού και δεν μπορούν επομένως να βεβαιώσουν μία αληθινή σάρκωσι.
4.  ...
5. Η εμμονή του Ιωάννου Δαμασκηνού στην θέωσι της ανθρωπότητος του Χριστού σχετικοποιείται με το να μη παραδέχεται τον υποστατικό χαρακτήρα της ανθρωπότητος. Ενώ ο Σεβήρος επ’ αυτού είναι ανένδοτος».27
Εάν έχουμε σωστά κατανοήσει τον καθηγητή Samuel, ο Σεβήρος φαίνεται ότι προσπαθεί να κατανοήση το μυστήριο της ενανθρωπήσεως χρησιμοποιώντας ως όργανο την αριστοτελική φιλοσοφία. Γι’ αυτό, όπως φαίνεται από τα κείμενα του Samuel και από το ανωτέρω απόσπασμα: διακρίνει μεταξύ ουσίας και φύσεως, ταυτίζει την φύσι με την υπόστασι, κατανοεί την υποστατική ένωσι διαφορετικά από τους αγίους Πατέρας, διακρίνει μεταξύ υποστάσεως και προσώπου, αποδίδει την θέλησι και την ενέργεια στο πρόσωπο και όχι στην φύσι και, τέλος, δεν εννοεί ορθοδόξως τον τρόπο της θεώσεως του ανθρωπίνου προσλήμματος.
Στην συνέχεια θα ιδούμε αναλυτικά τα σημεία, στα οποία ο Σεβήρος δεν συμφωνεί με τους Πατέρας.
 
α) Ο Σεβήρος θεολογεί αριστοτελικώς
Ο Σεβήρος δεν είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί την ορολογία της εποχής του με περιεχόμενο που της δίδει η αριστοτελική φιλοσοφία. Ο Άρειος και οι λοιποί αιρετικοί έκαναν ακριβώς το ίδιο, στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν λογικά το μυστήριο. Οι άγιοι Πατέρες χρησιμοποίησαν την ίδια ορολογία, αλλά της έδωσαν τέτοιο περιεχόμενο που να μπορεί να εκφράση όσα οι ίδιοι εγνώριζαν από προσωπική εμπειρία του Θεού και τον άνωθεν φωτισμό. Γράφει επ’ αυτού ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός:
«Οι μεν έξω φιλόσοφοι κατά τον προλελεγμένον λόγον διαφοράν είπον ουσίας και φύσεως... Οι δε άγιοι Πατέρες παρεάσαντες τας πολλάς ερεσχελείας το μεν κοινόν και κατά πολλών λεγόμενον, ήγουν το ειδικώτατον είδος, ουσίαν και φύσιν και μορφήν εκάλεσαν, οίον άγγελον, άνθρωπον, ίππον, κύνα και τα τοιαύτα... Το δε μερικόν εκάλεσαν άτομον και πρόσωπον και υπόστασιν, οίον Πέτρος, Παύλος».28
Και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ταυτίζει πλήρως τους όρους ουσία και φύσις (PG 91, 149Β) και τους όρους υπόστασις και πρόσωπον (PG 91, 152Α).
Επιμένουν μέχρι σήμερα οι Αντιχαλκηδόνιοι ότι επί της Θεολογίας -δηλαδή στο τριαδικό δόγμα- οι Πατέρες έκαναν διάκρισι μεταξύ φύσεως και υποστάσεως, ενώ επί της Οικονομίας -δηλαδή στο χριστολογικό δόγμα- εταύτιζαν τους όρους. Αυτή όμως η άποψις δεν συμφωνεί με την γνώμη των αγίων Πατέρων. Ο άγιος Μάξιμος βλέπει πονηρία στο νέο εφεύρημα των Αντιχαλκηδονίων,29 ενώ ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ερωτά τον λόγο για τον οποίον πρέπει κανείς να ταυτίζη τους όρους επί της Οικονομίας.
Έχει επανειλημμένως λεχθή ότι η ασάφεια στην ορολογία εδημιούργησε τις τεράστιες δυσχέρειες στην αλληλοκατανόησι μεταξύ των Ορθοδόξων και των Αντιχαλκηδονίων κατά τους αιώνας που ακολούθησαν την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο. Χρησιμοποιείται μάλιστα τούτο σήμερα ως μοχλός για την επανένωσι των διεστώτων, υπό την έννοια ότι υπάρχει η ιδία πίστις, έστω και εάν οι δύο πλευρές δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν αλλήλους.
Νομίζουμε ότι αυτό δεν είναι σωστό. Οι άγιοι της Εκκλησίας, που είχαν το ίδιο φρόνημα, διετύπωσαν το χριστολογικό δόγμα εξίσου ορθόδοξα ακόμη και με διαφορετικούς όρους.30 Αλλά ούτε και η ασάφεια στην ορολογία υπήρξε καθοριστικός παράγων για ανορθοδοξία. Για παράδειγμα, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας ήσαν σύγχρονοι και συνασκηταί· όμως ο ένας είναι Πατήρ της Εκκλησίας και ο άλλος μέγας αιρεσιάρχης. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι άγιοι Κύριλλος Αλεξανδρείας και Λέων Ρώμης, οι οποίοι εξίσου αυθεντικά και ορθόδοξα διετύπωσαν το χριστολογικό δόγμα, αν και πολεμούσαν διαφορετικές αιρέσεις και απέβλεπαν σε διαφορετικό στόχο: ο πρώτος στην κατοχύρωσι της ενότητος και μοναδικότητος του προσώπου του Χριστού, χωρίς αναίρεσι της πραγματικότητος των δύο εν Χριστώ φύσεων και ο δεύτερος στην διασφάλισι της πραγματικότητος των δύο φύσεων, χωρίς αναίρεσι της ενότητος και μοναδικότητας του προσώπου.
Νομίζουμε, επομένως, ότι καθοριστικός παράγων για ορθοδοξία ή μη ήταν η βαθυτέρα σύλληψις του ζητήματος, για την οποία κάνει λόγο και ο αείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ.31
Παρατηρήσαμε ότι σε κανένα από τα κείμενα των αγίων Πατέρων δεν γίνεται λόγος περί συγκαταβάσεως προς τους αιρετικούς, επειδή τάχα έχουν ως ελαφρυντικό για την ανορθοδοξία τους την ασάφεια περί την ορολογίαν.32 Παραθέτουμε τις γνώμες δύο Αγίων χαρακτηριστικές ως προς το ύφος με το οποίο αντιμετωπίζουν το ζήτημα της ορολογίας.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Έτι δε Διόσκορος και Σεβήρος και η πολυπληθής αμφοτέρων συμμορία μίαν τινά και την αυτήν υπόστασιν απεδέξαντο, ορίσαντες ομοίως μίαν και την φύσιν είναι, "μη ειδότες α λέγουσι μήτε νοούντες περί τίνων διαβεβαιούνται". Νόσος δε τις ή πλάνη της διανοίας αυτών εν τούτω ην, ότι ταυτόν είναι φύσιν και υπόστασιν εννόησαν».33 Ο δε άγιος Μάξιμος: «Ο Σεβήρος κακούργως ταυτόν είναι λέγει τη φύσει την υπόστασιν».34
 
β) Ο Σεβήρος δέχεται ότι η ανθρωπίνη φύσις του Χριστού υπάρχει ως υπόστασις
Όπως έχουμε ήδη ειπεί, ο Σεβήρος χρησιμοποιεί τους όρους ουσία, φύσις, υπόστασις, πρόσωπο με το περιεχόμενο που τους δίνει η αριστοτελική φιλοσοφία. Για τον Σεβήρο η φύσις που δεν νοείται στις συγκεκριμένες υποστάσεις, αλλά θεωρείται γενικά ως η ουσία των ομοειδών υποστάσεων, είναι μία αφηρημένη έννοια (abstract) και δεν υπάρχει πραγματικά. Όταν η ουσία εξατομικεύεται στις υποστάσεις, η φύσις γίνεται συγκεκριμένη, λαμβάνει υποστατικό χαρακτήρα, καθίσταται άτομο (indi­vidual) και είναι ενεργός. Στο παρακάτω απόσπασμα γίνεται σαφές αυτό που είπαμε:35
«Στην περίπτωσι του ανθρώπου, την στιγμή ακριβώς της συνδρομής της ουσίας του σώματος και της ουσίας της ψυχής, αυτός έρχεται στην ύπαρξι ως ψυχοσωματική ολότης και λαμβάνει πρόσωπο. Οι δύο ουσίες δεν ενώνονται ως ουσίες, αλλά την στιγμή ακριβώς της ενώσεως γίνονται υποστατικές πραγματικότητες. "Το σώμα και η ψυχή", γράφει ο Σεβήρος, "από τα οποία συνίσταται ο άνθρωπος, διατηρούν την υπόστασί τους..."Το σημείο αυτό μπορεί να εξηγηθή ως εξής. Υπόστασις είναι η συγκεκριμένη ύπαρξις που παράγεται από την εξατομίκευσι (individuation) μιας ουσίας».36
Αυτό το παράδειγμα του ανθρώπου, συνθέτου από σώμα και ψυχή, μεταφέρει ο Σεβήρος και στον Χριστό. Κατά ανάλογο τρόπο, λέγει, υπάρχουν η θεία και η ανθρωπίνη φύσις στον Χριστό. Δεν θα σταθούμε επί του παρόντος στο κατά τα άλλα θεμελιώδες θέμα, ότι δεν μπορεί το παράδειγμα του ανθρώπου να μεταφερθή καθ’ όλα στον Χριστό.37
Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτή την συνάφεια είναι ότι κατά τον Σεβήρο η ανθρωπίνη φύσις συμμετέσχε στην ένωσι -αν και όχι πριν από την στιγμή της ενώσεως- ως υπόστασις, και μάλιστα έχοντας τα στοιχεία που την καθιστούν πρόσωπο:38
«Λοιπόν, η θεότης και η ανθρωπότης συνέδραμαν εις ένα. Την στιγμή που η θεότης ήλθε προς ένωσιν εν τω Θεώ Υιώ, η ανθρωπότης ήλθε προς ένωσιν ως άτομον (in individuated state). Όπως γράφει ο Σεβήρος: "Μία υπόστασις ο Θεός Λόγος. αυτός ένωσε στον εαυτό του υποστατικώς μία ιδιαίτερη (particular) σάρκα, που είχε ψυχή λογική και νοερά, την οποία και προσέλαβε από την Παρθένο Μαρία". Οι δύο φύσεις, λοιπόν, οι οποίες συνήλθαν προς ένωσι ήσαν υποστάσεις, μολονότι η αν­θρωπότης έλαβε την υποστατική της κατάστασι μόνο κατά την ένωσι».39
Και το επόμενο απόσπασμα είναι πολύ διευκρινιστικό: «Ενώνοντας την ανθρωπότητα στον εαυτό του ο Θεός Λόγος, την προσλαμβάνει μόνο ως μία αφηρημένη πραγματικότητα (abstract), χωρίς να ευρίσκεται σε υποστατική ή προσωπική κατάστασι; Εάν η ανθρωπότης του Χριστού δεν έχει τα στοιχεία που την καθιστούν πρόσωπο, μπορεί να λειτουργήση κατά τινα τρόπο στην ενσάρκωσι;»40
Αντιπαραθέτοντας την διδασκαλία της Εκκλησίας διαπιστώνουμε την διαφορά από την διδασκαλία του Σεβήρου. Είναι κοινός τόπος ότι η φύσις λαμβανομένη "ψιλή θεωρία" είναι κάτι αφηρημένο. Ο Θεός Λόγος, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, προσέλαβε όχι την έτσι νοουμένη φύσι ούτε την εν τω είδει θεωρουμένη, δηλαδή όλους τους ανθρώπους μαζί, αλλά την εν ατόμω, η οποία είναι αυτή η εν τω είδει,41 η οποία όμως δεν έχει υποστατικό χαρακτήρα, αλλά όλη ενθεωρείται σε κάθε υπόστασι του αυτού είδους.42 Γράφει λοιπόν ο Άγιος:
«Ου γαρ ιδιοσυστάτως υπέστη η του Θεού Λόγου σαρξ ουδέ ετέρα υπόστασις γέγονε παρά την του Θεού Λόγου υπόστασιν, αλλ’ εν αυτή υποστάσα ενυπόστατος μάλλον και ου καθ’ εαυτήν ιδιοσύστατος υπόστασις γέγονε».43
Και σε άλλο έργο του πάλι:
«Δει δε γινώσκειν, ότι φύσεις μεν ενωθήναι αλλήλαις καθ’ υπόστασιν ενδέχεται, ως επί ανθρώπου, και φύσιν προσληφθήναι υπό υποστάσεως και εν αυτή υποστήναι δυνατόν, άπερ αμφότερα επί του Χριστού θεωρούνται..., εκ δύο δε φύσεων αποτελεσθήναι μίαν φύσιν σύνθετον ή εκ δύο υποστάσεων μίαν υπόστασιν παντελώς αδύνα­τον... Και πάλιν αδύνατον τα άπαξ καθ’ εαυτά υποστάντα ετέραν αρχήν υποστάσεως σχειν».44
Ο άγιος Μάξιμος είχε σαφώς εντοπίσει την δυνατότητα να αποδοθή στον Σεβήρο νεστοριανική αντίληψις ενώσεως των φύσεων: «Ει δε πάλιν εξ υποστάσεων ήγουν προσώπων λέγων γεγενήσθαι την ένωσιν, την Εβιώνος, Παύλου τε του Σαμωσατέως και Νεστορίου αποδειχθή φρονών...»45
Είναι φυσικό οι Αντιχαλκηδόνιοι να μη δέχωνται την κατηγορία επί νεστοριανισμώ, που τους προσάπτει ο άγιος Μάξιμος και κατ’ ακολουθίαν και εμείς, διότι η αναφορά τους στον υποστατικό χαρακτήρα της ανθρωπίνης φύσεως δεν σημαίνει κατ’ αυτούς νεστοριανισμό, αλλά την εξασφάλισι της πραγματικότητος της φύσεως. Όμως η ένστασίς των αυτή δεν έχει αντίκρυσμα, διότι για την ορθόδοξη διατύπωσι του δόγματος δεν αρκεί η καλή πρόθεσις, αλλά ακόμη το ορθό φρόνημα, οι ορθές προϋποθέσεις και η σαφής διατύπωσις. Πώς μπορεί κανείς να κάνει διάκρισι μεταξύ υποστάσεως και υποστάσεως; Εκτός εάν η μία ονομασθή υπόστασις και η άλλη πρόσωπο. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, όμως, ευρίσκεται και η άλλη λανθασμένη φιλοσοφική προϋπόθεσις των Αντι­χαλκηδονίων: η διαφοροποίησις υποστάσεως και προσώπου.46 Εντεύθεν και η σύγχυσις στο μυστήριο της υποστατικής ενώσεως.
Θεωρούμε απαραίτητο να κάνουμε μία παρατήρησι, που έχει σχέσι με τον υποστατικό, κατά Σεβήρον, χαρακτήρα της ανθρωπίνης φύσεως. Ο καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης είχε θίξει το θέμα αυτό κατά την ανεπίσημο συνέλευσι του Bristol47  και είχε επίσης ευαισθητοποιήσει τους Ορθοδόξους θεολόγους κατά την συνέ­λευσι της Διορθοδόξου Επιτροπής στην Addis Ababa το 1971.48 Αναρωτώμεθα: Μήπως και το θέμα αυτό εμπίπτει στο σύνολο των θεμάτων που δεν εξετάσθηκαν λεπτομερώς, λόγω της επιλογής μιας περισσότερον επαγωγού μεθόδου κατά τον επακολουθήσαντα επίσημο θεολογικό διάλογο;
 
γ) Η υποστατική ένωσις κατά τον Σεβήρο
Ο όρος υποστατική ένωσις έχει χρησιμοποιηθή από τον άγιο Κύριλλο49 με την έννοια μιας πραγματικής ενώσεως των δύο φύσεων στην μία Υπόστασι του Θεού Λόγου. Τον όρο αυτό πολέμησαν οι Αντιοχείς50 ως και­νοφανή και ως μη εκφράζοντα το μυστήριο της ενώσεως των φύσεων εν Χριστώ, και για τον λόγο αυτόν αστόχησαν και ευρέθηκαν στον χώρο της αιρέσεως.
Η υποστατική ένωσις, ορθοδόξως εννοουμένη, αποτελεί τον πυρήνα του χριστολογικού δόγματος και το όπλο εναντίον πάσης χριστολογικής αιρέσεως. Στα συγγράμματα των αγίων Πατέρων ευρίσκει κανείς πληθώρα αναφορών στο θεμελιώδες αυτό στοιχείο της Χριστολογίας. Στο μυστήριο της ενώσεως των φύσεων η Υπόστασις του Θεού Λόγου έχει το οντολογικό προβάδισμα. Αυτός ο Λόγος σαρκούται προσλαμβάνοντας σάρκα με ψυχή λογική και νοερά και ενώνοντάς την με την θεότητά του, εις τρόπον ώστε αυτή η αΐδιος Υπόστασίς Του να γίνη και υπόστασις της προσληφθείσης σαρκός. Το ενυπόστατον της προσληφθείσης σαρκός αποτελεί την τελειοτάτη δογματική διατύπωσι του μυστηρίου της ενώσεως. Η "λειτουργία" του Θεού Λόγου δεν εξαντλείται στο γεγονός και μόνο ότι ενώθηκε με την σάρκα, αλλά στο ότι αυτός ο Λόγος αϊδίως πλέον αποτελεί την Υπόστασι και το Πρόσωπο του Χριστού, του σεσαρκωμένου Λόγου.
Υπό την έννοια αυτή η ένωσις των δύο φύσεων, ως κάποια διεργασία, δεν προηγείται οντολογικώς από τον "σχηματισμό" του Προσώπου του Χριστού, του Εμμανουήλ, του σεσαρκωμένου Λόγου. Με πιο απλά λόγια, οι Αντιχαλκηδόνιοι επικεντρώνουν την αντιληπτική των ικανότητα στο ότι η φύσις του Λόγου και η ανθρώπινη φύσις ενώθηκαν, και όχι στο ότι ο Θεός Λόγος ένωσε τις φύσεις στον εαυτό Του. Και επομένως αντιλαμβάνονται το Πρόσωπο ως καρπό της ενώσεως, ενώ στην δεύτερη περίπτωσι θα αντελαμβάνοντο ότι το Πρόσωπο (ήτοι ο Θεός Λόγος) ενεργεί την ένωσι.
Αυτή η διαφορετική αντίληψις των Αντιχαλκηδονίων φαίνεται σαφώς από την προσεκτική μελέτη πολλών ιδι­κών τους κειμένων, όπως και από την κατωτέρω φράσι: «Η Ένωσις έφερε στην ύπαρξι ένα Πρόσωπο, και αυτό το ένα Πρόσωπο είναι το Πρόσωπο του Θεού Υιού στην σεσαρκωμένη του κατάστασι».51
Στην συνέχεια του ανωτέρω κειμένου υποστηρίζεται: «Υπάρχει μία διάκρισις μεταξύ του προ της σαρκώσεως Υιού και του σεσαρκωμένου Υιού, έτσι ώστε η Υπόστασις και Πρόσωπο του Ιησού Χριστού δεν είναι απλώς η Υπόστασις και το Πρόσωπο του Θεού Υιού».51α
Η θέσις αυτή δεν είναι σωστή. Διότι, μολονότι ο Υιός προ της σαρκώσεως δεν είχε την ανθρώπινη φύσι, την οποία προσέλαβε δια της ενσαρκώσεώς Του, με την προσθήκη του δευτέρου σκέλους στην ανωτέρω διατύ­πωσι, της φράσεως "έτσι ώστε... του Θεού Υιού", δίδε­ται η εντύπωσις ότι συνέβη κάποια μεταβολή στην Υπό­στασι του Θεού Λόγου καθ’ εαυτήν.
Ένα δεύτερο σημείο του θέματος της υποστατικής ενώσεως, που οι Αντιχαλκηδόνιοι δεν εννοούν σωστά, είναι εκείνο που αναφέρεται στην εξατομίκευσι της αν­θρωπίνης φύσεως άμα τη ενώσει της με τον Θεό Λόγο. Αυτό το γεγονός κατά κόρον το τονίζει ο Samuel, αλλά και το λέγει απερίφραστα στο κατωτέρω απόσπασμα:
«Η φράσις "υποστατική ένωσις", λοιπόν, σημαίνει κατά τον Σεβήρο ότι εν Χριστώ υπήρξε συνδρομή όσων η θεία φύσις του Υιού παρέχει και όσων μία εξατομικευμένη ανθρωπίνη φύσις συνεισφέρει. Η φράσις ακόμη σημαίνει τον απολύτως εσωτερικό και προσωπικό χαρακτήρα της ενώσεως».52
Είναι πλέον εύκολο να εικάση κάποιος την σημασία των ανωτέρω στον ορισμό της "συνθέτου υποστάσεως" του Χριστού. Ήδη είναι καιρός να πούμε ότι αδικείται ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός από την κατηγορία ότι δεν λέγει ξεκάθαρα τί εννοεί με την "σύνθετο υπόστασι". προφανώς λόγω της διαφορετικής οπτικής γωνίας, από την οποία όπως είπαμε βλέπουν την υποστατική ένωσι οι Αντιχαλκηδόνιοι. Πάντως ο Άγιος είναι σαφής, όπως θα φανή από το παρακάτω απόσπασμα, και η διατύπωσις αυτή αποτελεί γνώμονα ορθοδοξίας και συγχρόνως έλεγχο των αντιχαλκηδονίων απόψεων. Γράφει λοιπόν ως εξής:
«Προείναι μεν ουν αχρόνως και αϊδίως φαμέν την θείαν του Θεού Λόγου υπόστασιν, απλήν και ασύνθετον, άκτιστον, ασώματον, αόρατον, αναφή, απερίγραπτον... επ’ εσχάτων δε των ημερών των πατρικών κόλπων ουκ αποστάντα τον Λόγον απεριγράπτως ενωκηκέναι τη γαστρί της Αγίας Παρθένου ασπόρως και απεριλήπτως, ως είδεν αυτός, και εν αυτή τη προαιωνίω αυτού υποστάσει υποστήσασθαι εαυτώ σάρκα εκ της Αγίας Παρθένου... σεσάρκωται τοίνυν εξ αυτής προσλαβόμενος την απαρχήν του ημετέρου φυράματος, σάρκα εψυχωμένην ψυχή λογική τε και νοερά, ώστε αυτήν χρηματίσαι τη σαρκί υπόστασιν, την του Θεού Λόγου υπόστασιν, και σύνθετον γενέσθαι την πρότερον απλήν ούσαν του Λόγου υπόστασιν -σύνθετον δε εκ δύο τελείων φύσεων, θεότητός τε και ανθρωπότητος».53
Οι Αντιχαλκηδόνιοι, ωσάν να αγνοούν τα ανωτέρω, ορίζουν ως σύνθετο υπόστασι το αποτέλεσμα της συνδρομής της θεότητος και της εξατομικευμένης ανθρωπό­τητος: «Ο Σεβήρος χρησιμοποιεί την φράσι και διασαφηνίζει το νόημά της. Η μία υπόστασις, λέγει, έχει σχη­ματισθή από την συνδρομή της θεότητος και της ανθρωπότητος».54
Είναι, νομίζουμε, χαρακτηριστικό ότι ο Σεβήρος δεν ορίζει την Υπόστασι του Θεού Λόγου ως υπόστασι και της προσληφθείσης σαρκός. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο καθηγητής Samuel, απορών θέτει το ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν το ενυπόστατον της ανθρωπίνης φύσεως να εξασφαλίζη σ’ αυτήν μία πραγματικά λειτουργική θέσι στο πρόσωπο του Χριστού, αφού δεν έχει υποστατικό και προσωπικό χαρακτήρα;55 Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά από την ορθόδοξο διδασκαλία! Μόνον η σαφής και απερίφραστος ομολογία της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου μπορεί να θεραπεύση την εσφαλμένη αυτή αντίληψι των Αντιχαλκηδονίων. Ήτοι: Ομολογούμε «ένα και τον αυτόν Χριστόν, Υιόν, Κύριον, Μονογενή, εν δύο φύσεσιν... γνωριζόμενον» (τον Θεόν Λόγον).
Το πόσο κεντρικό ρόλο παίζει η ανωτέρω θέσις του Σεβήρου στην κατανόησι του χριστολογικού δόγματος και στις προεκτάσεις του στην θεολογία της Εκκλησίας θα φανή στις επόμενες παραγράφους.
 
δ) Ο Σεβήρος διδάσκει μονοενεργητισμό
Ο μονοθελητισμός και μονοενεργητισμός ως θεολογικά ρεύματα εκδηλώθηκαν εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του Σεβήρου. Όμως στην διδασκαλία του είναι ολοφάνερο το μονοενεργητικό του φρόνημα. Σφοδρός πολέμιος της αγίας Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, δεν εδέχετο ότι «ενεργεί εκατέρα μορφή μετά της θατέρου κοινωνίας».
Όπως είναι γνωστό, η διδασκαλία της Εκκλησίας επί του σημείου αυτού είναι ότι η θέλησις και η ενέργεια είναι ουσιώδη ιδιώματα της φύσεως: «Αλλ’ ου χωρίς φυσικής ενεργείας, αληθώς γέγονεν άνθρωπος, ης ο λόγος όρος της ουσίας εστί, πάντας χαρακτηρίζων φυσικώς οις κατ’ ουσίαν εμπέφυκε».56 Το απλώς θέλειν και ενεργείν είναι της φύσεως, ενώ το πώς θέλειν ανήκει στην υπόστασι.57 Είναι επίσης γνωστό ότι την διδασκαλία αυτή κατοχύρωσε με την αυθεντία της η αγία ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος: «Μετά της θατέρου κοινωνίας εκάστην φύσιν θέλειν τε και ενεργείν τα ίδια».
Ο Σεβήρος, αντίθετα, με χαρακτηριστική σαφήνεια αποδίδει την ενέργεια στο πρόσωπο. Γράφει:
«Όταν αναθεματίζωμεν τους βεβαιούντας περί του Εμμανουήλ δύο φύσεις μετά την ένωσιν, καθώς και τας ενεργείας των και τας ιδιότητάς των, δεν θέτομεν αυτούς υπό καταδίκην επειδή ομιλούν περί φύσεων ή ενεργειών ή ιδιοτήτων, αλλά διότι λέγουν δύο φύσεις μετά την ένω­σιν και αποδίδουν τας ενεργείας και ιδιότητας εις εκάστην τούτων, εντεύθεν διαιρούντες αυτάς μεταξύ των φύσεων».58
Η εσφαλμένη και ανεπαρκής κατανόησις της υποστατικής ενώσεως δείχνει την πρώτη βασική της συνέπεια: την εξίσου εσφαλμένη αντίληψι περί της αντιδόσεως των ιδιωμάτων των φύσεων. Κατ’ αυτούς η ένωσις των φύσεων στην μία φύσι του σαρκωθέντος Λόγου επιτρέπει την κοινοποίησι των ιδιωμάτων, κατά τρόπον ώστε ο σεσαρκωμένος Λόγος να έχη μία σύνθετο θεανδρική ενέργεια. Τα κατωτέρω λόγια του Σεβήρου είναι ενδεικτικά:59
«Ποίας ουν φύσεως ιδίαν ενέργειαν είπωμεν το βαδίζειν επί του ύδατος, αποκρινάσθωσαν οι μετά την ένω­σιν ημίν τας δύο φύσεις εισάγοντες. Της θείας; Και πώς θεότητος ίδιον, το σωματικοίς ιέναι ποσίν; Αλλά της ανθρωπίνης; και πώς ουκ αλλότριον το επί της υγράς περιπατείν;... Αλλά πρόδηλον και ουδαμώς αμφίβολον, ει μη εκόντες μεθύομεν, ως του Θεού Λόγου του δι’ ημάς σαρκωθέντος, ενός και αμερίστου τυγχάνοντος, αμέριστος υπάρχει και η ενέργεια»60
Όμως οι άγιοι Πατέρες και στο παράδειγμα αυτό και σε άλλα παρόμοια, βλέπουν δύο ενέργειες και ένα τον Χριστόν ενεργούντα είτε θεϊκώς είτε ανθρωπίνως:
«Επειδή μεν ουν δύο φύσεις του Χριστού, δύο αυτού και τα φυσικά θελήματα και τας φυσικάς ενεργείας φα­μέν. Επειδή δε μία των φύσεων αυτού η υπόστασις, ένα και τον αυτόν φαμεν θέλοντά τε και ενεργούντα φυσικώς κατ’ άμφω τας φύσεις».61
Πάντοτε το θέμα των ενεργειών του Χριστού ήταν από τα σπουδαιότερα σημεία τριβής. Η ομολογία ενεργών φύσεων στον Χριστό σήμαινε για τους Αντιχαλκηδονίους δύο πρόσωπα, και γι’ αυτό τον λόγο δεν εδέχοντο με κανένα τρόπο δύο ενέργειες. Έλεγαν: «Επειδή Αυτός είναι ο Μονογενής Υιός του Πατρός και επίσης ο Αυτός είναι ο μονογενής Υιός της Μητρός, είναι Ένας Υιός. Και ως Ένας Υιός, ένας Χριστός. Και ως ένας Χριστός, Μία Υπόστασις. Και ως Μία Υπόστασις, ένα Πρόσωπο. Και ως ένα πρόσωπο, μία θέλησις. Και ως μία θέλησις, επίσης μία ενέργεια. Και ως μία ενέργεια, μία φύσις. Ως αληθώς Αυτός είναι Μία Φύσις».61α
Και μέχρι προσφάτως η στάσις των ήταν πολύ σκληρή απέναντι των δυοθελητικών απόψεων: «Αδυνατούμε να δεχθούμε την δυοθελητική διατύπωσι (σ.σ. της ΣΤ’ Οικουμ. Συνόδου) που αποδίδει την θέλησι και την ενέργεια στις φύσεις μάλλον παρά στην υπόστασι. Μπορούμε να ομολογήσουμε μόνο την ενωμένη και ασύγχυτη θεαν­δρική φύσι, θέλησι και ενέργεια του Χριστού, του σε­σαρκωμένου Κυρίου».61β
Η ορθόδοξος κατανόησις της αντιδόσεως των ιδιω­μάτων προέρχεται από την ορθόδοξο κατανόησι της υποστατικής ενώσεως. Επειδή τόσο τα θεία όσο και τα ανθρώπινα ιδιώματα αναφέρονται στην μία και την αυτή Υπόστασι του Θεού Λόγου, ο Λόγος πάσχει στον Σταυρό σαρκί και η σαρξ του Λόγου λέγεται και είναι ζωοποιός. Με θαυμαστή σαφήνεια αναλύει το θέμα αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο κεφάλαιο "Περί του τρόπου της αντιδόσεως" (βλ. Έκδοσις ακριβής..., Γ’ (4) 48).
Υπό την έννοια αυτή της ορθοδόξως νοουμένης αντι­δόσεως των ιδιωμάτων και η θεανδρική ενέργεια ερμηνεύεται ορθοδόξως:
«Ούτω και εν τω Χριστώ της μεν θεότητος αυτού η θεία και παντοδύναμος ενέργεια, της δε ανθρωπότητος αυτού η καθ’ ημάς. Αποτέλεσμα δε της μεν ανθρωπίνης το κρατηθήναι την χείρα του παιδός και ελκυσθήναι, της δε θείας η ζωοποίησις. Άλλο γαρ τούτο, κακείνο έτερον, ει και αχώριστοι υπάρχουσιν εν τη θεανδρική ενεργεία».62
Λεπτομερέστερη αναφορά στο θέμα της θεανδρικής ενεργείας μπορεί κανείς να εύρη στον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, Έκδοσις ακριβής..., Γ’ (19) 63.
 
ε) Ο Σεβήρος δέχεται την αιρετική διδασκαλία των μερικών ουσιών
Η αριστοτελική έννοια των μερικών ουσιών καταδικάζεται από τους αγίους Πατέρας, διότι όσον αφορά το τριαδικό δόγμα εισάγει τριθεΐα, ενώ επί του χριστολο­γικού δόγματος οδηγεί στην παραδοχή μιας φύσεως επί Χριστού. Ο Άρειος και ο Ιωάννης ο Φιλόπονος αποτελούν κλασσικούς εκπροσώπους αυτής της θεωρίας.63
Ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης αποδίδει και στον Σεβήρο την αιρετική αυτή διδασκαλία. Γράφει:
«Μερικάς γαρ ουσίας λέγει ο Αριστοτέλης είναι τα πρόσωπα. Λοιπόν τούτω τω ματαίω κανόνι στοιχών ο Άρειος, είπε τρεις ουσίας επί Πατρός και Υιού, και Αγίου Πνεύματος. Τούτω τω ανόμω όρω και Σευήρος στοιχήσας, εκ δύο μερικών ουσιών, και υποστάσεων ημιτόμων, είπεν αποτελείσθαι μίαν φύσιν τον Χριστόν».64
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός επίσης κατηγορεί τους Αντιχαλκηδονίους της Αιγύπτου, τους Σχηματικούς και Μονοφυσίτας, ότι δέχονται αυτή την θεωρία των μερικών ουσιών: «Ου μην αλλά και μερικάς δογματίζοντες ουσίας το της οικονομίας συγχέουσι μυστήριον».65
Βασιζόμενοι στις μαρτυρίες αυτές των αγίων Πατέρων κατανοούμε και εμείς ότι ο Σεβήρος "δογματίζει με­ρικάς ουσίας", όπως τουλάχιστον φέρεται ερμηνευόμενος από τον καθηγητή Samuel. Οι πολλαπλές αναφορές στο ότι η εξατομικευμένη ουσία (individuated ousia) αποτελεί υπόστασι και άτομο (individual) με προσωπική ύπαρξι, μαρτυρούν για του λόγου το ασφαλές.
Εντελώς διαφορετική είναι και επί του σημείου αυτού η διδασκαλία της Εκκλησίας. Κατά τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, όλη66 η θεότης εν τη Υποστάσει του Λόγου ενώνεται με όλη66 την ανθρώπινη φύσι (Έκδοσις ακρι­βής..., Γ’ (6) 50), η οποία όμως έλαβε ύπαρξι μόνο εν τη Υποστάσει του Λόγου (ένθ’ ανωτ., Γ’ (11) 55) χωρίς να αποτελέση ούτε ιδιοσύστατη υπόστασι (ένθ’ ανωτ., Γ’ (9) 53) ούτε άτομο (ένθ’ ανωτ., Γ’ (11) 55).
 
στ) Πώς εννοεί ο Σεβήρος την θέωσι του ανθρώπου;
Η ορθόδοξος διδασκαλία περί θεώσεως θεμελιώνεται στην υποστατική ένωσι των δύο φύσεων στην αυτή Υπό­στασι του Θεού Λόγου. Το αποτέλεσμα της υποστατικής αυτής ενώσεως είναι η θέωσις της προσληφθείσης αν­θρωπίνης φύσεως: «Ο γαρ Λόγος σαρξ, η σαρξ τε Λόγος εγένετο, ει και μη της οικείας εξέστη εκάτερον φύσεως».67
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει ρητώς ότι η εν Χριστώ ανακαίνισις δεν είναι ανακαίνισις ανθρωπίνων υποστάσεων, αλλά της υπευθύνου ανθρωπίνης φύσεως, μετά της οποίας ηνώθη ο Λόγος του Θεού κατ’ ιδίαν υπόστασιν. «ουχ υπόστασιν αυτός παρ’ ημών, αλλά την ημετέραν αναλαβών εκαινούργησε φύσιν, ενωθείς αυτή κατ’ ιδίαν υπόστασιν» (PG 151, 64BC)... Η σαρξ του Χριστού, ως σώμα του ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού, αποτελεί δια τον Παλαμάν και την ορθόδοξον παράδοσιν το σημείον επαφής του ανθρώπου μετά του Θεού... Πρώτη εσώθη και ηλευθερώθη η σαρξ του Χριστού, ως σώμα του θείου Λόγου και ημείς λοιπόν, προσθέτει, «ως σύσσωμοι τυγχάνοντες, κατ’ εκείνο σωζόμεθα» (Μ. Αθανασίου, Κατά Αρειανών, PG 26, 277Β)... Δια της θεώσεως της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού εθεώθη η "απαρχή του ημετέρου φυράματος" και εδημιουργήθη "καινή ρίζα", ικανή να μεταδώση ζωήν και αφθαρσίαν εις τους βλαστούς της (Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3, 1, 33)... Η μετά της καινής ρίζης ένωσις (των ανθρώπων) συντελείται δια της ελευθέρας προσωπικής συμμετοχής εις την εν Χριστώ ανακαίνισιν.68
Κατανοεί κανείς από τα ανωτέρω την τραγικότερη της προηγουμένης συνέπεια της περί την υποστατική ένωσι ανορθοδοξίας των Αντιχαλκηδονίων. Αν η ανθρωπίνη φύσις δεν είναι ενυπόστατος στην Υπόστασι του Θεού Λόγου πώς θεούται; Ή, εάν θεούται δια της καθ’ εαυτήν ενώσεώς της με την θεότητα, πώς δεν τρέπεται ή δεν συμφύρεται; Πού ευρέθη σύνθετος φύσις που να διατηρή τις ουσιώδεις διαφορές των εξ ων συνετέθη; Αυτή την δυνατότητα έχει μόνο η σύνθετος υπόστασις.
Η έννοια της θεώσεως του ημετέρου φυράματος δεν είναι φαίνεται αντιληπτή από τους Αντιχαλκηδονίους. Η σωτηρία των ανθρώπων νοείται ως εξωτερικό γεγονός, όπως φανερώνει το κατωτέρω απόσπασμα: «Προσλαμβάνοντας ένα μέλος του ανθρωπίνου γένους(!) υποστατικά ενωμένο στον Εαυτό του, ο Θεός Υιός κατώρθωσε μέσω του μέλους αυτού της ανθρωπίνης οικογενείας(!) την σωτηρία και ολοκλήρου της ανθρωπότητος».69
Σε άλλη συνάφεια πάλι γράφει ο Samuel ότι ο κάθε άνθρωπος σώζεται όταν ανταποκρίνεται στην αγάπη του Θεού. Δεν διευκρινίζει όμως και το πως κοινοποιείται η σωτηρία (ήτοι η θέωσις) στις διάφορες ανθρώπινες υποστάσεις. Η αιρετική διδασκαλία των μερικών ουσιών, δηλαδή ότι η ανθρωπίνη φύσις προσελήφθη από τον Θεό Λόγο ως άτομο (individual), αποτελεί και την κυρία αιτία του προβλήματος.
Νομίζουμε ότι το θέμα αυτό είναι πολύ σοβαρό και δεν πρέπει να είναι από αυτά που θα μπορούσαν και να μη συζητηθούν σε ένα θεολογικό διάλογο.
 
2. Η ΘΕΟΠΑΣΧΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΤΟ ΤΡΙΣΑΓΙΟΝ
Από την εποχή που ο μονοφυσίτης πατριάρχης Αντιοχείας Πέτρος ο Κναφεύς (470) εισήγαγε στο Τρισάγιο τον θεοπασχητικό όρο "ο σταυρωθείς δι’ ημάς", οι Αντιχαλκηδόνιοι τον διατηρούν μέχρι σήμερα στην λατρεία τους και για να τον κατοχυρώσουν δογματικά τον αποδίδουν μόνο στον Υιό.
Οι άγιοι Πατέρες όμως απέδιδαν πάντοτε τον Τρισάγιο ύμνο στην Αγία Τριάδα, όπως και τα Σεραφείμ την τρισάγιο δοξολογία που αναφέρει ο προφήτης Ησα­ΐας. Βλέπε εκτενή αναφορά για το θέμα αυτό στον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό: Έκδοσις ακριβής..., ένθ’ ανωτ., Γ’ (10) 54 και, Περί του Τρισαγίου Ύμνου, Ε.Π.Ε. 4ος τόμ., 1990, σελ. 204.
Είναι χαρακτηριστική η παρατήρησις των Αντιχαλ­κηδονίων, ότι «σ’ αυτήν (την προσευχή) καθίσταται πολύ σαφής η ένωσις του θείου και του ανθρωπίνου στον σεσαρκωμένο Θεό»,70 διότι αποκαλύπτει αυτό που συν­ήθως λέγομε θεοπασχητισμό. Στην μία, κατ’ αυτούς, φύσι του Χριστού τα πάθη δεν υφίσταται μόνο η σαρξ, αλλά και η ενωμένη με την σάρκα θεότης: «η Θεότης ποτέ δεν χωρίζεται από την σάρκα και η σαρξ ουδέποτε χωρίζεται από την Θεότητα. Όπου θα ευρίσκεται η Θεό­της, θα ευρίσκεται και αυτή. Λόγω της τελείας ενώσεως, και οι δύο ήσαν υποκείμενες σε θάνατο».71
Κατ’ αρχήν φαίνεται οξύμωρο σχήμα να θεωρούν την θεότητα προ της ενώσεώς της με την σάρκα απαθή και μετά την ένωσι παθητή: «Η Θεότης, η οποία είναι απαθής, έπαθε επί του Σταυρού λόγω της ενώσεώς Του με την σάρκα»72. Είναι όμως απόλυτα κατανοητό, εάν ληφθή υπ’ όψιν ότι δεν αντιλαμβάνονται ορθώς την υποστατική ένωσι, κατά την οποίαν ο Θεός Λόγος μπορεί να λέγεται και είναι και απαθής και παθητός, το μεν κατά την θεότητα το δε κατά την ανθρωπότητα. αλλά μάλιστα αντιλαμβάνονται την ένωσι των φύσεων καθ’ εαυτάς προς αποτέλεσι μιας συνθέτου φύσεως, στην οποία οι ιδιότητες της σαρκός κοινοποιούνται στην θεότητα και οι ιδιότητες της θεότητος στην σάρκα: «"Ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν". Κατά τον ίδιο τρόπο μπορούμε να πούμε ότι και η σαρξ έγινε θεία. Έτσι οι ιδιότητες της σαρκός μπορούν να αποδίδωνται στον Θεό Λόγο (σ.σ. στην θεία φύσι) και αντιστρόφως».71
Αυτό από ορθοδόξου απόψεως είναι απαράδεκτο. Λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός:
«Θεότητα μεν ουν λέγοντες ου κατονομάζομεν αυτής τα της ανθρωπότητος ιδιώματα. ου γαρ φαμεν θεότητα παθητήν ή κτιστήν ούτε δε της σαρκός, ήτοι της ανθρω­πότητος κατηγορούμεν τα της θεότητος ιδιώματα. ου γαρ φαμεν σάρκα ήτοι ανθρωπότητα άκτιστον».74
Δεν μας είναι άγνωστο ότι οι Αντιχαλκηδόνιοι διακηρύσσουν ότι ο Χριστός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και άρα κατά την θεότητα απαθής. Και ότι ο Θεός Λόγος είναι και παθητός και απαθής. Όμως η περί συνθέτου φύσεως του Χριστού θεωρία των επιτρέπει να εκφράζωνται θεοπασχητικές ερμηνείες σαν την ανωτέρω.74α Μόνον η απερίφραστος ομολογία της ορθοδόξου διατυπώσεως της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, και μόνον αυτή, μπορεί να απαλλάξη τους Αντιχαλκηδονίους από αυτή την σύγχυσι.
 
3.  Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΗΝ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΦΡΑΣΕΩΣ  "τη θεωρία μόνη"
Η φράσις "τη θεωρία μόνη" επιδέχεται διπλή ερμηνεία, είτε ορθόδοξο είτε μονοφυσιτική. Το ορθόδοξο νόημά της καθορίζει η αγία Ε’ Οικουμενική Σύνοδος στην ζ’ παράγραφο της Ψήφου της, κατά την οποίαν αναθεματίζεται εκείνος που χρησιμοποιεί τον αριθμό "δύο" για να υπονοήση τις φύσεις χωρισμένες και ιδιοϋπόστατες, ενώ έπρεπε να εκλάβη την διαφορά75 μόνο "τη θεωρία".
Δεν είναι άγνωστο ότι η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος είχε να επιλύση το σοβαρότατο θέμα της παρερμηνείας της Δ’ Οικουμενικής από την νεστοριανίζουσα τότε Δύσι. Δεν ήταν η ομολογία του αριθμού των φύσεων καθ’ εαυτήν που δημιουργούσε το πρόβλημα,76 αλλά το ενδεχόμενο της παρερμηνείας της, δηλαδή να θεωρηθούν οι φύσεις χωρισμένες και ιδιοϋπόστατες. Είναι απαραίτητο επομένως να δοθή έμφασις στην φράσι «αλλ’ επί τούτω κέχρηται τω αριθμώ, ως κεχωρισμένας και ιδιοϋποστάτους είναι τας φύσεις», διότι αυτή νοηματοδοτεί και δίνει περιεχόμενο στον όρο "τη θεωρία μόνη". Εάν θελήσουμε νοερώς να τοποθετήσουμε ανά μέρος χωρισμένες τις φύσεις του Χριστού, ήδη είμαστε νεστοριανοί, διότι αναγκαστικά θα προσδώσουμε σ’ αυτές και υπόστασι ιδιαί­τερη, πράγμα που σημαίνει διαίρεσι του προσώπου του Χριστού σε δύο υποστάσεις.
Οι Ορθόδοξοι όμως, οι οποίοι ομολογούμε την ενότητα και μοναδικότητα του Προσώπου του Χριστού, ως της αϊδίου Υποστάσεως του Θεού Λόγου, δεν είναι δυνατόν να διαιρέσουμε ποτέ τις φύσεις και να τις τοποθετήσουμε χωριστά και ανά μέρος. Επομένως, όταν ομολογούμε δύο φύσεις εν τη μια Υποστάσει του Λόγου, εννοούμε εκ του ασφαλούς και την ουσιώδη διαφορά των φύσεων τη πραγματικότητι και όχι τη θεωρία μόνη.
Πώς θα μπορούσε άλλωστε να αρθή η διαφορά μεταξύ της ακτίστου θεότητος και της κτιστής σαρκός;
Εάν, αντιθέτως, κατά τους Αντιχαλκηδονίους μετά την ένωσι οι φύσεις διακρίνονται τη θεωρία μόνη, ευλόγως τίθεται το ερώτημα: στην πραγματικότητα οι φύσεις συγχέονται; Αυτήν ακριβώς την παρεξήγησι του όρου "τη θεωρία μόνη" από τους Αντιχαλκηδονίους ελέγχει ο άγιος Μάξιμος και την θεωρεί επικάλυμμα της συγχύσεως των φύσεων:
«Ψιλήν την διαφοράν πρεσβεύων μετά την ένωσιν (ο Σεβήρος), κατά μεν την επίνοιαν είναι φρονεί των διαφερόντων την ύπαρξιν. κατά δε την ενέργειαν, την αυτών επιδιατίθεται σύγχυσιν».77
Επειδή με την ίδια λογική και ο Νεστόριος «κατά μόνην ψιλήν την προσηγορίαν ονομάζων την ένωσιν, κατ’ ενέργειαν την των πραγμάτων εισήγε διαίρεσιν»,78 ο άγιος Μάξιμος καταλήγει την κριτική του ως εξής:
«Όντως κακή ξυνωρίς ανδρών παρανόμων, διασπάν μαινόμενων κακώς δια των εναντίων την των ορθών δογμάτων αλήθειαν».79
 
4. Η ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ
Η Εικονομαχία δεν σχετίζεται άμεσα με τους Αντιχαλκηδονίους. Οι εικονομάχοι αυτοκράτορες και επίσκοποι τυπικώς ήσαν ορθόδοξοι. Οι θεολογικές τους όμως προϋποθέσεις ήσαν μονοφυσιτικές. Το συμπέρασμα αυτό βγαίνει αβίαστα από την ανάλυσι των επιχειρημάτων των Εικονομάχων, τα οποία είναι τα εξής:80
1.  Υπεστήριζαν ότι η απεικόνισις του Χριστού είναι ανεπίτρεπτη, διότι με την απεικόνισί του περιγράφεται και σχηματοποιείται η απερίγραπτη και ασχημάτιστη θεότης του.
2.  Δεν εδέχοντο ότι ο Χριστός είναι το πρωτότυπο της εικόνος του, διότι επίστευαν πως αυτό θα εσήμαινε ότι ο Χριστός είναι ψιλός άνθρωπος.
3.  Ισχυρίζοντο ότι η απεικόνισις του Χριστού εισάγει, εκτός από την Υπόστασι του Λόγου, και δεύτερο πρόσωπο περιγραπτό που οδηγεί στην αποδοχή δυάδος προσώπων, δηλαδή στον νεστοριανισμό.
Από τα επιχειρήματα αυτά φαίνονται οι χριστολογικές προϋποθέσεις των Εικονομάχων, που είναι αντιστοίχως οι εξής:
α) Η σύγχυσις μεταξύ φύσεως και υποστάσεως, που στην συνέχεια οδηγεί στην ταύτισί των.
β) Η αιρετική αντίληψις περί τον τρόπον ενώσεως των δύο φύσεων εν Χριστώ. Και,
γ) Η μη ομολογία -ως φρόνημα κυρίως και όχι ως απλή δια στόματος ομολογία- ότι η Υπόστασις του Θεού Λόγου είναι και υπόστασις της προσληφθείσης σαρκός.
Αυτές όμως είναι και οι χριστολογικές αντιλήψεις των Αντιχαλκηδονίων, όπως έχουμε ήδη ειπεί αναφερόμενοι στην Χριστολογία του Σεβήρου.
Εντελώς αντίθετες είναι οι χριστολογικές προϋποθέσεις των εικονοφίλων αγίων Πατέρων και Ομολογητών, Θεοδώρου του Στουδίτου, Νικηφόρου πατριάρχου Κων/λεως και Ιωάννου του Δαμασκηνού, καθώς και των αγίων Πατέρων που συνεκρότησαν την αγία Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο. Όλοι αυτοί, έχοντες ως βάσι και θεμέλιο την Χριστολογία της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, ανέτρεψαν τα επιχειρήματα των Εικονομάχων ως εξής:
i) Εφ’ όσον, κατά τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, «παντός εικονιζομένου, ουχ η φύσις, αλλ’ η υπόστασις εικονίζεται»,81 ο Χριστός εικονίζεται ως υπόστασις και τούτο μόνο κατά την ανθρώπινη φύσι του, διότι η υποστατική ένωσις δεν συγχέει τις φύσεις, αλλά διασώζει τις ιδιότητες εκατέρας. Επομένως δεν συμπεριγράφεται ούτε συσχηματίζεται η απερίγραπτη και ασχημάτιστη θεία φύσις.
ii) Εφ’ όσον, πάλι, μετά την ένωσι οι δύο φύσεις υπάρχουν πραγματικά και όχι μόνο "τη θεωρία μόνη" -όπως επλανάτο ο Σεβήρος-, και εφ’ όσον κάθε φύσις διασώζει την ιδιότητά της (Όρος της Δ’ Οικουμ. Συνόδου), το περιγραπτόν της ανθρωπίνης φύσεως επιτρέπει και την εξεικόνισι του Χριστού. Κατά τον άγιο Θεόδωρο, «ο γαρ περιγράφεται, τούτο και εις παράγωγον εικόνος του γεγραμμένου πρόκειται».82 Δηλαδή ο Χριστός, χωρίς να αποψιλούται της θεότητός του, κατά την ανθρώπινη φύσι του μπορεί να αποτελή το πρωτότυπο της εικόνος του.
iii) Επειδή οι άγιοι Πατέρες σαφώς ομολογούν την Υπόστασι του Θεού Λόγου ως υπόστασι και της προσληφθείσης σαρκός, δεν ενδέχεται κατ’ ουδένα τρόπο να εισαχθή και δεύτερο πρόσωπο. Το αντίθετο θα μπορούσε να συμβή σε μία σεβηριανή θεώρησι της μιας συνθέτου υποστάσεως του Χριστού.
Δεν αναλύσαμε εική και ως έτυχε το θέμα της Εικονομαχίας. Στην Β’ Κοινή Δήλωσι (1990), παραγρ. 8, λέγεται ότι οι Αντιχαλκηδόνιοι προσκυνούν τις άγιες εικόνες κατά αρχαίαν παράδοσιν. Εάν αυτό πράγματι συμβαίνει, θα πρέπει οι Αντιχαλκηδόνιοι να επαναπροσεγγίσουν το δογματικό υπόβαθρο της εξεικονίσεως του Χριστού και της προσκυνήσεως των ιερών εικόνων. Άλλως θα διαφαίνεται η χαώδης διάστασις μεταξύ πίστεως και πράξεως, η οποία θα φανερώνει την δογματική τους παρέκκλισι από την θεολογία που προϋποθέτει η πράξις των.
 
ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ
1989 ΚΑΙ 1990
Οι Κοινές Δηλώσεις ως formulae concordiae δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Πρώτον, διότι προϋποθέτουν κοινή την πίστι, ενώ οι δογματικές διαφορές που μας χωρίζουν είναι ακόμη σημαντικές. Και δεύτερον, διότι σε όλες τις παραγράφους υπάρχουν ασάφειες που καθιστούν το κείμενο δεκτικό διπλής ερμηνείας, ώστε μπορεί κάθε πλευρά να διαβάζη την δική της πίστι.
Π.χ. στην Β’ Δήλωσι (1990):
Η παραγρ. 3 μπορεί να αποτελέση ανάπτυξι του "εκ δύο φύσεων", αλλ’ όχι και του "εν δύο φύσεσι".
Στην παραγρ. 4 ομολογείται μεν υποστατική ένωσις, αλλά δεν αποσαφηνίζονται τα χαρακτηριστικά της, ότι δηλαδή η Υπόστασις του Θεού Λόγου είναι και υπόστασις της προσληφθείσης σαρκός και ότι η αντίδοσις των ιδιωμάτων των φύσεων γίνεται εν τη Υποστάσει του Λόγου και όχι μεταξύ των φύσεων.
Στις παραγρ. 3 και 4 ομολογούνται δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, αλλά δεν καταδικάζεται ο μονοενεργητισμός.
Κατά την παραγρ. 5 ο θέλων και ο ενεργών πάντοτε είναι η μία Υπόστασις του σεσαρκωμένου Λόγου, αλλά δεν ομολογείται ότι "εκάστη φύσις ενεργεί τα εαυτής μετά της θατέρου κοινωνίας" ή, το επίσης ορθό, ότι ο Χριστός ενεργεί καθ’ εκατέραν των φύσεων.
Δια της παραγρ. 6 απορρίπτονται οι ερμηνείες των Συνόδων που δεν συμφωνούν με τον Όρο της Γ’ και τις Διαλλαγές, αλλά δεν κατονομάζονται αι Σύνοδοι. Βάσει αυτής της παραγράφου ποιες συνόδους θα απορρίψουν οι Αντιχαλκηδόνιοι και ποιες οι Ορθόδοξοι;
Με την παραγρ. 7 οι Αντιχαλκηδόνιοι χρησιμοποιούν, υπό την προϋπόθεσι της διπλής ομοουσιότητος, την κυρίλλειο έκφρασι "μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη", -στην οποία αναμφιλέκτως η μία φύσις σημαίνει μία υπόστασι- αλλά συγχρόνως (Α’ Δήλωσις) διατηρούν και τον όρο "μία ηνωμένη θεανθρωπίνη φύσις εν Χριστώ". Οι αρχαίοι Αντιχαλκηδόνιοι θα ζήλευαν μια τέτοια διατύπωσι. Και το σπουδαιότερο ότι οι σημερινοί Αντιχαλκηδόνιοι θα μπορούν να καυχώνται ότι παραμένουν εδραίοι στην πίστι των πατέρων τους. Αντίθετα, για τους Ορθοδόξους ετέθη ο περιορισμός ότι οι φύσεις διακρίνονται τη θεωρία μόνη, πράγμα που θα ικανοποιούσε πλήρως τον Σεβήρο, αλλά κανένα από τους αγίους Πατέρας (Βλ. και σελ. 107 του παρόντος τόμου και παραπομπή 75 στην σελ. 127).
Με την παραγρ. 8 αποδέχονται μόνον ως ερμηνεία των Ορθοδόξων ότι οι μεταγενέστερες της Γ’ Οικουμενικές Σύνοδοι είναι ορθόδοξες στην διδασκαλία. Πότε θα δεχθούν ότι είναι και ιδική των ερμηνεία;
Με τέτοιες ασαφείς διατυπώσεις οι Αντιχαλκηδόνιοι μπορούν πολύ εύκολα να αναγνωρίσουν μέσα σ’ αυτές την πίστι τους και οι Ορθόδοξοι την δική μας. Πώς θα έχουμε κοινό Ποτήριο χωρίς κοινό φρόνημα;
 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Θα ήταν το λιγώτερο αφελές να πιστεύση κανείς ότι θα μπορούσε να εξαντλήσει το τεράστιο αυτό θέμα της Χριστολογίας σε μία τόσο συνοπτική αναφορά. Δεν είναι όμως αδύνατο να συνοψίση τα κεντρικά σημεία, τα οποία απαραιτήτως πρέπει να ομολογούνται για να είναι η πίστις ορθόδοξος. Από ιστορικής απόψεως πρέπει να λε­χθή ότι οι άγιοι Πατέρες εγνώριζαν καλώς με ποίους συνδιελέγοντο και δεν υπάρχει κανένα ενδεχόμενο να τους παρεξήγησαν και κατεδίκασαν λόγω παρερμηνείας. Δεν είναι ούτε η θεολογική ορολογία ούτε οι φυλετικοί και οι πολιτισμικοί παράγοντες που έπαιξαν τον καθοριστικό ρόλο στον χωρισμό των Αντιχαλκηδονίων από την κοινωνία της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά κυρίως η εσφαλμένη σύλληψις, επομένως και διατύπωσις, του τρόπου της ενώσεως των δύο εν Χριστώ φύσεων.
Οι δογματικές διαφορές των δύο πλευρών είναι τόσο μεγάλες, ώστε από την αμνήστευσί τους να κινδυνεύη η ίδια η σωτηρία. Εάν δηλαδή η αΐδιος Υπόστασις του Θεού Λόγου δεν είναι και η Υπόστασις της προσληφθείσης σαρκός, δεν είναι δυνατή η θέωσις του ανθρωπίνου φυράματος, οπότε και η σωτηρία των ανθρώπων δια της μεθέξεως της θεωθείσης και ζωοποιού σαρκός του Κυρίου είναι αδύνατη.
Μέγα εκκλησιολογικό χάσμα εστήρικται μεταξύ ημών και εκείνων, το οποίο μόνον η ρητή ομολογία της αγιότητος και της οικουμενικότητος της Δ’ και των επομένων τριών αγίων Οικουμενικών Συνόδων εκ μέρους των Αντιχαλκηδονίων θα μπορέση να γεφυρώση. Οποιαδήποτε εμφανής ή συγκεκαλυμμένη παρέκκλισις από το ορθόδοξο δόγμα, χάριν κάποιας ενώσεως παρά την αλήθεια, μόνο βλάβη αθανάτων ψυχών θα προκαλέση και ταλαιπωρία στην Εκκλησία.
Ευχή και προσευχή μας είναι να συνειδητοποιήσουν οι κατά τα άλλα προσφιλείς μας Αντιχαλκηδόνιοι ότι η ένωσίς των με την Εκκλησία είναι υπόθεσις σταυρικής απαρνήσεως και ψαλμικής επιλησμοσύνης του οίκου των πατέρων τους, και τότε επιθυμήσει ο Βασιλεύς του κάλλους της ενώσεώς των.
 
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Επίσκεψις, 446/1-10-1990.
2. Έκθεσις της Επιτροπής της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους Άθω επί του Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων (1η Φεβρουαρίου 1994).
3.  Βλ. Φειδά, Ορθοδοξία και Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες, Επίσκεψις, 479, 31. 5. 1992.
4.  Αρχιμ. Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 1978, σελ. 413-4.
5. Ιω. Καρμίρη, Αι αρχαίαι Αντιχαλκηδόνιοι Εκκλησίαι της Ανατολής και η βάσις της επανενώσεως αυτών μετά της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν περιοδικώ Θεολογία, τόμος ΛΕ’, τεύχος Δ’, σελ. 577.
6. Αρχιμ. Β. Στεφανίδου, ένθ’ ανωτ., σελ. 416.
7. «Εν συνεχεία η συνέλευσις εκλήθη να προβή εις την αξιολόγησιν των κειμένων, που είχαν κατά παλαιοτέρας αποφάσεις ειδικώς εκπονηθή δια την παρούσαν φάσιν του διαλόγου. Τα κείμενα αυτά ήσαν δογματικαί πραγματείαι. Τα κείμενα αυτά, περισπούδαστα καθ’ εαυ­τά, δεν κατέστη δυνατόν να μελετηθούν εις βάθος. Επεκράτησεν η άποψις να εφαρμοσθή διαφορετικός τρόπος εργασίας περισσότερον επαγωγός...
Αξιομνημόνευτος κρίνεται η στάσις του Σεβ. Επισκόπου Μπισόη, που κατ’ επανάληψιν ήλθεν εις αντίθεσιν προς τους Αρμενίους υπενθυμίζων εις αυτούς ότι στόχος της διασκέψεως είναι η αναζήτησις τρόπου ενώσεως και όχι η επαναβεβαίωσις της διαιρέσεως, περί της οποίας ετόνισε ότι πρέπει να ευρεθή τρόπος να ξεπερασθή...
Ως γενική κρίσις δύναται να λεχθή ότι η σύσκεψις υπήρξεν ουσιώδης, αφού έλαβε το θάρρος να παραμερίση μίαν μέθοδον, που ακάρπως θα ανέξεε παλαιάς πληγάς, χωρίς να τας θεραπεύη». (Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Έκθεσις προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος περί της Α' Διασκέψεως της Επιτροπής Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ανατολικών Ορθοδόξων μη Χαλκηδονίων Εκκλησιών. Εκοινοποιήθη από την Αρχιγραμματεία της Ι. Συνόδου με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 520 (10-2-1986) έγγραφό της προς τας Ι. Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος).
8. Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Έκθεσις προς την Ι. Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος περί της εν Γενεύη Συνελεύσεως τη Μικτής Επιτροπής Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, έγγραφον Ι. Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης, αριθμ. πρωτ. 416, 1-10-1990.
9. «Τας δε ευαγγελικάς και αποστολικάς περί Κυρίου φωνάς, ίσμεν τους θεολόγους άνδρας, τας μεν κοινοποιούντας ως εφ’ ενός προσώπου, τας δε διαιρούντας ως επί δύο φύσεων και τας μεν θεοπρεπείς κατά την θεότητα του Χριστού, τας δε ταπεινάς κατά την ανθρωπότητα αυτού παραδίδοντες. Ταύταις υμών εντυχόντες ταις ιεραίς φωναίς, ούτω τε εαυτούς φρονούντας ευρίσκοντες, -εις γαρ Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα, - εδοξάσαμεν τον των όλων Σωτήρα Θεόν» (Ιω. Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμος I, Αθήναι 1960, σελ. 154)
10. Επειδή δεν διέκριναν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως, οι δύο φύσεις γι’ αυτούς σήμαιναν και δύο υποστάσεις. Γι’ αυτό και διαιρούσαν το πρόσωπο του Χριστού.
11. PG 89, 103D. Την φράσι αυτή του Σεβήρου διασώζει ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης στα έργα του.
12. Επιστολή 37 Θεογνώστω, PG 77, 169C, εν Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Αθήναι 1985, σελ. 54.
13. Ένθ’ ανωτ., σελ. 64. Τούτο ουδόλως σημαίνει ότι ηρνείτο την Γ’ προς Νεστόριον και τα IBΚεφάλαια. Απόδειξις περί τούτου η επιβεβαίωσις της ορθοδοξίας των IBΚεφαλαίων, καθώς και της Ενδημούσης Συνόδου, από την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο.
14. Ένθ’ ανωτ., σελ. 91-92.
15. Οι Αντιχαλκηδόνιοι επιμένουν ότι οι λόγοι, για τους οποίους η Ενδημούσα Σύνοδος κατεδίκασε τον Ευτυχή, δεν ήσαν οι αυτοί με τους λόγους για τους οποίους η Ληστρική Σύνοδος (449) τον εδικαίωσε. Όμως η αθώωσις ενός αιρετικού (Ευτυχούς) για την αποκατάστασι του κατ’ αυτούς αντικανονικού τρόπου καταδίκης του και η καταδίκη επί αιρέσει του αγίου Φλαβιανού δεν αφήνουν περιθώρια για αποδοχή της γνώμης των Αντι­χαλκηδονίων. Μάλιστα επιβεβαιώνουν την ταυτότητα γνώμης του Διοσκόρου και του Ευτυχούς.
16. Γ. Φλωρόφσκυ, Οι Βυζαντινοί Πατέρες του 5ου αιώνα, μετάφρ. Π. Πάλλη, Θεσ/νίκη 1992, σελ. 470.
17. Μητροπ. Νικοπόλεως Μελετίου, ένθ’ ανωτ., σελ. 67.
18. Επιστολή προς Καλώνυμον, PG 86, 276.
19. Μητροπ. Νικοπόλεως Μελετίου, ένθ’ ανωτ., σελ. 85.   ·
20. Ένθ’ ανωτ., σελ. 84.
21. Αρχιμ. Β. Στεφανίδου, ένθ’ ανωτ., σελ. 241.
22. Ένθ’ ανωτ.
23. Μητροπ. Αξώμης Μεθοδίου, Ορθοδοξοανατολικός διάλογος, περιοδ. Abba Salama, vol. VII, 1976, σελ. 188-189.
24. PG 87, 2872 - 2937
25. Επίσκεψις, 498/ 30-11-1993.
26. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιήσαμε τις μελέτες του αντιχαλκηδονίου καθηγητού Samuel διότι, α) ήσαν από τις λίγες αντιχαλκηδόνιες πηγές που είχαμε στην διάθεσί μας, β) αναλύει επαρκώς τον Σεβήρο και επιτρέπει την ευκολώτερη προσέγγισί του και γ) ως αντιχαλκηδόνιος θεολόγος περιωπής αποτελεί αυθεντική πηγή πληροφοριών για την Χριστολογία του Σεβήρου.
27. V. C. Samuel, The Christology of Severus of Antioch, Abba Salama, vol. IV, 1973, σελ. 181.
28. Αγ. Ιω. Δαμασκηνού, Φιλοσοφικά Κεφάλαια, Ε.Π.Ε. τόμ. 2ος, 1991, σ. 112-4.
29. «Σευήρος κακούργως ταυτόν είναι λέγει τη φύσει την υπόστασιν» (PG91,40A).
30. Π.χ. ο άγιος Επιφάνιος Κωνσταντίας της Κύπρου έγραφε: «Ο υπέρ ημών το πάθος υπομείνας εν αληθεία εν σαρκί και εν τελεία ενανθρωπήσει, παθών εν αληθεία επί του σταυρού, συνούσης αυτώ της θεότητος, αλλ’ ου τραπείσης εις το πάσχειν, ούσης δε απαθούς και ατρέπτου. Των δύο ακολουθιών σαφώς κατανοουμένων, Χριστού πάσχοντος υπέρ ημών σαρκί, απαθούς δε μένοντος εν θεότητι. Ου του ανθρώπου κατ’ ιδίαν όντος και της θεότητος κατ’ ιδίαν, αλλά συνούσης της θεότητος, μη πασχούσης δε δια το ακραιφνές και ασύγκριτον της ου­σίας» (PG 42, 813C).
31. Γ. Φλωρόφσκυ, ένθ' ανωτ., σελ. 531-532.
32. Σε συγγραφές συγχρόνων θεολόγων συναντάται ένα πνεύμα συγκαταβάσεως, αλλά νομίζουμε πως δεν είναι σωστό.
33. Αγ. Ιω. Δαμασκηνού, Ε.Π.Ε., τόμ. 4ος, 1990, σελ. 346.
34. PG 91,40A                                                               
35. V. C. Samuel, ένθ’ ανωτ., σελ. 136.
36. Κατά την ορθόδοξο δογματική διδασκαλία στις υποστάσεις του αυτού είδους ενθεωρείται ολόκληρη η φύσις που κατηγορείται του είδους. Η υπόστασις είναι αυτή που στο κοινόν της φύσεως παρέχει τα ιδιάζοντα υποστατικά χαρακτηριστικά, δια των οποίων και διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες υποστάσεις. Εύκολα μπορεί κανείς να εννοήση ότι κατά την άποψι του Sa­muel η εξατομίκευσις της ουσίας είναι αυτή που παράγει την υπόστασι. Ας θυμηθούμε όμως ότι στην ορθόδοξο διδασκαλία τονίζεται το οντολογικό προβάδισμα της Υποστάσεως έναντι της φύσεως: «"Και τω Μωυσή δε χρηματίζων ο Θεός, ουκ είπεν 'εγώ ειμί η ουσία', αλλ’ 'εγώ ειμί ο Ων'. ου γαρ εκ της ουσίας ο ων, αλλ’ εκ του όντος η ουσία. αυτός γαρ ο Ων όλον εν εαυτώ συνείληφεν το είναι". Το Πρόσωπον του Θεού, κατά το προαναφερθέν χωρίον του αγίου Παλαμά, δεν είναι "προϊόν" της Θεότητος, της θείας φύσεως, αλλά είναι ακριβώς ο Ων ως θείον Πρόσωπον το οποίον "ενυποστασιάζει", δηλαδή υποστατικοποιεί την Θεία φύση Του και της δίνει "τον τρόπο της υπάρξεως"» (Επισκόπου Αθανασίου Γιέβτιτς, Φως ιλαρόν, ΑΚΡΙΤΑΣ, σελ. 134-135).
37. Το παράδειγμα του ανθρώπου μπορεί να χρησι­μοποιηθή μόνο υπό την έννοια ότι όπως εκ ψυχής και σώματος ένας άνθρωπος αποτελείται και όχι δύο, έτσι και ο Χριστός εκ θεότητος και ανθρωπότητος είναι ένας και όχι δύο. Όλα τα άλλα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ένωσι σώματος και ψυχής δεν μπορούν να μεταφερθούν στον Χριστό. Βλ. αγ. Ιω. του Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής... Γ’ (3) 47, εν Ε.Π.Ε. τόμ. 1ος, 1976, σελ. 288-292 και, Προς τον Επίσκοπον δήθεν του Δαραίας τον Ιακωβίτην, Ε.Π.Ε. τόμ. 4ος, 1990, σελ. 396-398.
38. V. C. Samuel, ένθ’ ανωτ.
39. Είναι αλήθεια ότι ο καθηγητής Samuel στην προσπάθειά του να ερμηνεύση τον Σεβήρο γίνεται τολμηρότερος εκείνου.
40. V. C. Samuel, Severus of Antioch, εν Εκκλησιαστικός Φάρος, τόμ. ΝΗ’ 1976, σελ. 290.
41.  Αγ. Ιω. του Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής..., Γ’ (11) 55.
42. Ένθ’ ανωτ., Γ’ (6) 50. «Φαμέν πάσαν και τελείαν την φύσιν της Θεότητος εν μια των αυτής υποστάσεων ενωθήναι πάση τη ανθρωπίνη φύσει και ου μέρος μέρει».
43. Ένθ’ ανωτ., Γ’ (9) 53.
44. Αγ. Ιω. του Δαμασκηνού, Φιλοσοφικά κεφάλαια, ένθ’ ανωτ., σελ. 208 - 210.
45. PG 91, 41A
46. Το θέμα της διαφοροποιήσεως υποστάσεως και προσώπου γενικά το θίγει ο Samuel στο: The Christology of Severus of Antioch, ένθ’ ανωτ. σελ. 136-137. Το εφαρμόζει όμως στο Χριστό στο: One Incarnate nature of God the Word, εν Does Chalcedon Divide or Unite? WCC, Ge­neva, 1981, σελ. 91-92, όπου στην παρατήρησι του π. Ρωμανίδη ότι η φράσις «η ένωσις έφερε στην ύπαρξι ένα Πρόσωπο» υπενθυμίζει νεστοριανισμό, απήντησε: «Η πρότασις βασίζεται στην έμφασι του Σεβήρου ότι υπάρχει διάκρισις μεταξύ του προ της σαρκώσεως Υιού και του σεσαρκωμένου Υιού. Με τον τονισμό αυτής της εκφράσεως ο Σεβήρος δείχνει ότι η Υπόστασις του Ιησού Χριστού μολονότι συνέχεται με την «Υπόστασι του Θεού Υιού, δεν είναι απλώς η τελευταία. Η Υπόστασις του Ιησού Χριστού είναι μια σύνθετος Υπόστασις, η οποία σχηματίσθηκε από την συνδρομή της θεότητος και της ανθρωπότητος».                      ·
47. V. C. Samuel, The Manhood of Jesus Christ..., GOTR, vol. XΙΙΙ : 2, Fall 1968 p. 166.
48. Μητροπ. Αξώμης Μεθοδίου, ένθ’ ανωτ., σελ. 187-188.
49. «Ει τις ουχ ομολογεί, σαρκί καθ’ υπόστασιν ηνώσθαι τον εκ Θεού Πατρός Λόγον» (β’ αναθεματισμός αγίου Κυρίλλου).
50. «Ένα μεν Χριστόν ομολογούμεν και τον αυτόν δια την ένωσιν Θεόν τε και άνθρωπον ονομάζομεν, την δε καθ’ υπόστασιν ένωσιν παντάπασιν αγνοούμεν, ως ξένην και αλλόφυλον των Θείων Γραφών» (απάντησις Θεοδωρήτου στον β’ αναθεματισμό).
51. V. C. Samuel, One Incarnate nature of God the Word, εν Does Chalcedon Divide or Unite? Ένθ’ ανωτ., σελ 87.
51α. Αυτόθι.
52. Ένθ’ ανωτ.
53. Αγ. Ιω. του Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής..., ένθ’ ανωτ. σελ. 310-312.
54. Βλ. σελ. 85-86 του παρόντος τόμου.
55. V. C. Samuel, Severus of Antioch, ένθ’ άνωτ. σελ. 290.
56. PG 91, 1037C
57. Αγ. Ιω. του Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής..., ένθ’ ανωτ. σελ. 342.
58. Παρά Καχάλι Αλέμου, Η Χριστολογία των αιθιοπικών Αναφορών εν σχέσει προς το δόγμα της Χαλ­κηδόνος, Θεσ/νίκη 1977, σελ. 105.
59. PG 86, 1,924CD
60. Οι Αντιχαλκηδόνιοι ενώνουν τις θελήσεις και τις ενέργειες των φύσεων κατά παράλληλο τρόπο μαζί με τις φύσεις, οπότε πρεσβεύουν σύνθετη θέλησι και ενέργεια παράλληλη προς την σύνθετη κατ’ αυτούς φύσι. Στο Aarhus είχε δηλωθή: «Όταν ομιλούμε για ένα, πάντοτε μιλούμε για κάτι ενωμένο, όχι μια απλή αριθμητικώς μονάδα» (Karekin Sarkissian, The doctrine of the Person of Christ in the Armenian Church, GOTR, vol. X, 2 Winter 1964-65, σελ. 120). Στο Bristol πάλι: «Το θέλημα του Χριστού, λοιπόν, είναι το θέλημα του ανθρώπου εμπλουτισμένο με το θέλημα του Θεού και το θέλημα του Θεού ενωμένο με το θέλημα του ανθρώπου. Απ’ αυτή την άποψι δεν υπάρχουν δύο θελήματα στον ένα Χριστό, αλλά το θέλημά Του είναι εκείνο, στο οποίο το θέλημα του Θεού και το θέλημα του ανθρώπου ευρήκαν την απόλυτο ένωσί τους» (V. C. Samuel, The manhood..., ένθ’  ανωτ. σελ. 165).
61. Αγ. Ιω. του Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής..., ένθ’ ανωτ. σελ. 340.
61α. Karekin Sarkissian, ένθανωτ., σελ. 116.
61β. Metrorolitan Paulos Mar Gregorios, Ecclesiological issues concerning the relation of Eastern Orthodox and Oriental Orthodox Churches, Does Chalcedon Divide or Unite? WCC, Geneva 1981, p. 134.
62. Ένθανωτ. σελ. 364.
63. Παν. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, τόμ. Ε',  1992, σελ. 107.
64. PG 89, 108Β
65. Αγίου Ιω. Δαμασκηνού, Περί Αιρέσεων, Ε.Π.Ε. (1991), σελ. 282. Έκδοσις ακριβής..., ένθ’ ανωτ., τόμ. 1ος, 1976, σελ. 310: «Πάσα γαρ ουσία κοινή εστι πασών των υπ’ αυτής περιεχομένων υποστάσεων, και ουκ έστιν ευρείν μερικήν και ιδιάζουσαν φύσιν, ήτοι ουσίαν, επεί ανάγκη τας αυτάς υποστάσεις και ομοουσίους και ετεροουσίους λέγειν και την Αγίαν Τριάδα και ομοούσιον και ετεροούσιον κατά την θεότητα λέγειν» και Προς τον Επίσκοπον δήθεν του Δαραίας τον Ιακωβίτην, Ε.Π.Ε. τόμ. 4ος, 1990, σελ. 354.
66. Στην λέξι "όλη" πρέπει να δοθή η έννοια "η κοινή φύσις", ήτοι όχι μεμερισμένη και εξατομικευμένη, και όχι η έννοια "τελεία", ήτοι χωρίς έλλειψι κάποιου από τα στοιχεία που την συνιστούν.
67. Αγίου Γρηγ. Παλαμά, Συνοδικός Τόμος, 1, 9.
68. Γεωργ. Μαντζαρίδη, Παλαμικά, Θεσ/νίκη 1973, σελ. 166-170.
69. V. C. Samuel, Severus of Antioch, ένθανωτ. σελ. 157.
70. Severius Zaka Iwas, The doctrine of one nature in the Syrian rites, GOTR, vol. XIII: 2, Fall 1968, σελ. 315.
71. Habte Mariam Worquineh, The mystery of the in­carnation, GOTR, vol. X, 2 Winder 1964-65, σελ. 159.
72. Αυτόθι.
73. Ένθ’ ανωτ., σελ. 158.
74. Αγ. Ιω. του Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής..., ένθ’ ανωτ. σελ. 300.
74α. Εάν η θεότης του Χριστού είναι παθητή λόγω της ενώσεως, τότε ο Χριστός δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, καθότι η απάθεια είναι ουσιώδης όρος της θεό­τητος. Εάν, πάλι, η ανθρωπότης του Χριστού είναι άκτιστος λόγω της ενώσεως, τότε ο Χριστός δεν είναι ομοούσιος με την Μητέρα του και με μας, διότι το κτιστόν είναι ουσιώδης όρος της ανθρωπίνης φύσεως. Επομένως ομολογούν την διπλή ομοουσιότητα ψιλώ μόνον ονόματι.
75. Η λέξις "διακρίνονται", όπως χρησιμοποιείται από τον Σεβήρο, έχει τελείως διαφορετικό νόημα και σκοπιμότητα από τις λέξεις "διαιρούνται", "χωρίζονται", "διίστανται", "μερίζονται", "αποφοιτούν αλλήλων", "τίθενται ανά μέρος", "διατέμνονται" και "διαφέρουν", που συναντήσαμε σε κείμενα του αγίου Κυρίλλου. Στο βιβλίο του Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος, σελ. 589 υποσ. 57, και στο βιβλίο του καθηγητού Γεωργίου Μαρτζέλου, Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός, εκδ. Πουρναρά Θεσ/νίκη 1993, σελ. 173 υποσημ. 37, υπάρχει πλήθος πατερικών χωρίων με τα ανωτέρω ρήματα διαιρέσεως και τομής σημαντικά, σε κανένα χωρίο όμως το ρήμα "διακρίνονται".
76. «Και ώσπερ αι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος ασυγχύτως τε ήνωνται και αδιαιρέτως διήρηνται και αριθμούνται, και ο αριθμός διαίρεσιν ή διάστασιν ή αλλοτρίωσιν και διατομήν ουκ εργάζεται. Τον αυτόν τρόπον και αι του Χριστού φύσεις, ει και ήνωνται, αλλ’ ασυγχύτως ήνωνται. Διό και αριθμούνται, και ο αριθμός ουκ εισάγει διαίρεσιν» (Αγίου Ιω. Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής..., ένθ’ ανωτ. σελ. 304).
77. PG91, 41B
78. Αυτόθι.
79. ΡG 91, 44Α
80. Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου, Οι θεολογικές προϋποθέσεις της μεταβάσεως από την εικόνα στο πρωτότυπο, Ε.Ε.Θ.Σ.Π.Θ. 1992, σελ. 505-518.
81. PG99, 405AB
82. PG 99, 357Α
83. Έχουμε την πληροφορία ότι, ενώ κατά αρχαία παράδοσι διατηρούν τις εικόνες, δεν αποδίδουν σ’ αυτές τιμητική προσκύνησι.
 
ΠΗΓΗ: “ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΧΑΛΚΗΔΟΝΙΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ”
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 1995

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου