Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος - Εκκλησία και Πολιτεία


ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
1. Το αίτημα τον χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας ξενόφερτο και τεχνητό
Το θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, παμπάλαιο και γνωστό από την εποχή του Χριστού και των Αποστόλων, επανέρχεται συχνά τις τελευταίες δεκαετί­ες υπό μορφή άγνωστη στην ιστορία του Ελληνισμού. Ο χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας, ιερού και κοσμικού, θείου και ανθρωπίνου, ουδέποτε απησχόλησε θεσμικά τον Ελληνισμό, ούτε στην προχριστιανική ούτε στη χριστια­νική φάση της ιστορίας του. Ποτέ οι Έλληνες δεν έζησαν κάτω από την εξουσία ενός άθρησκου και άθεου κράτους, μολονότι υπήρξαν ελάχιστα, σπάνια, παραδείγματα άθε­ων λογίων και φιλοσόφων, οι οποίοι όμως εκράτησαν για τους εαυτούς τους τις πεποιθήσεις τους, σε επίπεδο ελεύθε­ρου φιλοσοφικού στοχασμού. Δεν χρειάζεται να προσαχθούν αποδείξεις για την θρησκευτική, την μεταφυσική πνοή που πνέει και εμπνέει όλες τις πτυχές του καθημερινού βίου των αρχαίων Ελλήνων στην τέχνη, την λογοτεχνία, την φιλοσοφία. Εκτός από το πλήθος των μνημειακών και κειμενικών μαρτυριών υπάρχει η συνοπτική εκτίμηση του ιστορικού, φιλοσόφου και παιδαγωγού Πλουτάρχου, η οποία βέβαια αναφέρεται στην διαχρονική παγκοσμιότητα και οικουμενικότητα του θρησκευτικού φαινομένου, περιλαμβάνει όμως ασφαλώς και κυρίως την ελληνική πραγματικότητα. Υπάρχουν, λέγει, ο Πλούταρχος, πόλεις-κράτη που έχουν ποικίλες διαφορές μεταξύ τους, διοικητι­κές και πολιτισμικές· τις ενώνει όμως ένα κοινό γνώρισμα, η θεοσέβεια· δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει άθρησκη και άθεη πολιτεία· «ανιέρου δε πόλεως και αθέου ουδείς εστιν ουδ' έσται γεγονώς θεατής»1.
Ας μη βιαστούμε να διαπιστώσουμε ότι ο Πλούταρχος διαψεύσθηκε ως προς τις μελλοντικές του προβλέψεις και ότι από τον 19ο αιώνα μετά την Γαλλική Επανάσταση έχουμε εγκαθίδρυση κοσμικών αθρήσκων κρατών, όπως στη Γαλλία, τον 20ό δε αιώνα στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού υποχρεωτική επιβολή της αθεΐας ως κρατι­κής ιδεολογίας, βίαιο χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτεί­ας και φοβερούς διωγμούς όσων εξακολουθούσαν να εξω­τερικεύουν την πίστη τους στο Θεό. Ο αναμενόμενος «θά­νατος του Θεού» επισυνέβη μόνον στον νου προπαγανδιστών της αθρησκείας και της αθεΐας, και δεν είχε ούτε έχει σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα. Πρόσφα­τη έρευνα στην Ευρώπη παρουσιάζει πολύ χαμηλά τα πο­σοστά των αθέων σε επιλεγείσες χώρες, την τελευταία δε θέση κάτω από το 1 %, επομένως την πρώτη θέση θεοσε­βείας πάνω από το 99 %, καταλαμβάνουν οι Έλληνες2, τιμητική πρωτιά αντάξια της ιστορίας τους.
Πέρα όμως από τη διαπίστωση του Πλουτάρχου, η ο­ποία επιβεβαιώνεται μέχρι σήμερα, υπάρχει η αλάθητη μαρτυρία της Αγίας Γραφής και της πορείας της Εκκλησί­ας μέσα στον κόσμο, από τις οποίες προκύπτει ότι οι Έλληνες ουδέποτε θέλησαν να κρατήσουν αποστάσεις και ουδετερότητα απέναντι στο Θεό και στα θεία και να οργα­νώσουν άθεα και άθρησκα κράτη. Αντίθετα ήσαν οι πρώτοι που εγκολπώθηκαν το κήρυγμα του Ευαγγελίου, από το στόμα του ελληνιστού Αποστόλου Παύλου, ο οποίος ε­κλήθη από τον Θεό για να απευθυνθεί στους Έλληνες και να οργανώσει τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες στα α­σιατικά και ευρωπαϊκά παράλια της Μεσογείου. Και ήταν επίσης οι πρώτοι που αξιώθηκαν από τον Θεό με μία θεόθεν επίσης κλήση ενός πολιτικού τώρα άρχοντος, του τότε κυριάρχου όλης της Οικουμένης, του ισαποστόλου, του εν βασιλεύσιν αποστόλου, Μ. Κωνσταντίνου, να δημι­ουργήσουν την πρώτη και μοναδική χριστιανική πολι­τεία του Βυζαντίου, την ελληνορωμαϊκή αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως, την ξακουστή Ρωμανία, την Ρωμιοσύνη των Ελλήνων. Χρειάζεται πολύ μεγάλη προ­σοχή, ιδιαίτερα εκ μέρους των εκκλησιαστικών ανδρών και των θεολόγων, όταν με αβέβαιο νου και ελαφρά καρδία προθυμοποιούνται να εγκαταλείψουν το μοντέλο της θεόθεν καθιδρυμένης χριστιανικής πολιτείας του Βυζαντίου και να προσχωρήσουν σε μορφές χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Αν η υποταγή του ενός θεσμού στον άλλον, όπως συμβαίνει στην ιεροκρατία του Παποκαισαρισμού και στην πολιτειοκρατία του Καισαροπαπισμού, παραπέμ­πει, με χριστολογικούς όρους, σε Μονοφυσιτισμό, ο χωρι­σμός των δύο θεσμών παραπέμπει σε Νεστοριανισμό. Η ενότητα και η αυτονομία τους, χωρίς ούτε να συγχέονται οι ρόλοι τους, αλλά και ούτε να χωρίζονται και να διαζευγνύονται, εξασφαλίζεται με το σύστημα της βυζαντινής συναλληλίας, το οποίο ελειτούργησε επί χίλια έτη αποτε­λεσματικά,
έστω και αν στην πράξη αθετήθηκε μερικές φορές από αυταρχικές επεμβάσεις αυτοκρατόρων σε εσωτε­ρικά θέματα της Εκκλησίας, αποκρουόμενες όμως με σθένος από δυναμικούς εκκλησιαστικούς ηγέτες, όπως οι εορταζόμενοι Τρεις Ιεράρχες και πολλοί άλλοι.
Επεβίωσε αυτή η συναλληλία και στην Τουρκοκρατία στο επίπεδο των κοινοτήτων, της τοπικής αυτοδιοίκησης, στη συνεργασία των δημογερόντων και του κλήρου, εμφανώς διαφαίνεται στα μετά το 1821 συντάγματα των Εθνικών Συνελεύσεων, στο συνταγματικό πρόγραμμα του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, μειώνεται και προσβάλλεται για πρώτη φορά από τους προτεστάντες Βαυαρούς του Όθωνος στο σύνταγμα του 1844, γίνονται όμως προσπάθειες στις μεταγενέστερες συνταγματικές αναθεωρήσεις μειώσε­ως της ξενικής πολιτειοκρατίας και ενισχύσεως της ελληνι­κής συναλληλίας3. Το αίτημα πάντως του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας ξενόφερτο, από επιρροές του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της ευρωπαϊκής αθεΐας, χωρίς να ανταποκρίνεται σε εσωτερική πολιτική αναγκαιότητα ή σε απαίτηση του λαού, αρχίζει να εμφανίζε­ται μετά το 1974, γιατί το επιτρέπει η συγκυρία της αντίδρασης στο «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών του στρατιωτικού καθεστώτος. Μπαίνει σε πολιτικές διακηρύξεις κομμάτων, γίνεται έμμονη επιδίωξη συγκεκριμένων λογίων και πολιτικών και ενισχύεται από τα μέσα ενημερώσεως, σε σχέση μάλιστα με υπαρκτά ή ανύπαρκτα σκάνδαλα υψηλοβάθμων κληρικών, εξ αιτίας των οποίων μειώνεται η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα των αντιδράσεων της Εκκλησίας.
2. Η διαχρονική πράξη και στάση
Μετά από τη σύντομη αυτή ιστορική αναδρομή, η οποία απέβλεπε στο να δείξει ότι άθρησκες και άθεες, ακόμη και ουδέτερες ή αδιάφορες πολιτείες, είναι άγνωστες στην ελληνική πνευματική παράδοση, το δε αίτημα του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας, κοσμικού και θείου, ετόλμησε μόλις πριν από μερικές δεκαετίες να εμφανισθεί, προχωρούμε στην παρουσίαση των θέσεων της Εκκλησίας και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ενός των Τριών Ιεραρχών, προς τιμήν των οποίων ως προστατών της παιδείας λαμβάνει χώραν η σημερινή εκδήλωση. Και μολονότι στον κατά νουν σχεδιασμό του πανηγυρικού αυτού λόγου είχε προβλεφθή να γίνει έστω και μικρή αναφορά στο μεγαλείο του προσώπου και του έργου του, στον σπάνιο πλούτο των χαρισμάτων του, φυσικών και επικτήτων, και στην ογκώδη, την άμετρη προσφορά του, παραλείπεται τώρα για εξοικονόμηση χρόνου. Περιορίζομαι απλώς να ειπώ, χωρίς αυτό να σημαίνει μείωση της ευγνώμονος οφειλής προς τους πολύ καλούς και μερικούς διεθνώς γνωστούς διδασκάλους μου, ότι, όταν για ερευνητικούς και επιστημονικούς λόγους προκειμένου να συντάξω την διδακτορική μου διατριβή, εμαθήτευσα στη διδασκαλία του Χρυσοστόμου, άρχισα να αναθεωρώ πολλά από αυτά που διδάχθηκα και έμαθα και να ακολουθώ, το κατά δύναμιν, την θεολογική και εκκλησιαστική του κατεύθυνση, που εκφράζει άλλωστε με τις οποιεσδήποτε προσωπικές διαφοροποιήσεις την κοινή γραμμή των Αποστόλων και των Πατέρων.
Υπάρχει μεγαλύτερη ασφάλεια αλλά και μεγαλύτερη δυνατότητα αντλήσεως πνευματικών θησαυρών, όταν ακολουθεί κανείς αυτόν, τον μετά Παύλον Παύλον, τον πολυγραφώτερο και προσφιλέστερο των Πατέρων και Διδασκάλων, τον μεταξύ όλων των ρητόρων χαρακτηρισθέντα Χρυσόστομο, εφάμιλλο ή και υπέρτερο του Δημοσθένη και του Κικέρωνα; Τον ερμηνεύσαντα την Αγία Γραφή κατά τόσο απαράμιλλο τρόπο, ώστε, όπως τολμηρά λέγει το συναξάρι της ακολουθίας των Τριών Ιεραρχών, που συνέγραψε ο λόγιος μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης Μαυρόπους, «ει μη ην ούτος ο Άγιος, έδει πάλαι επί της γης δευτέραν του Χριστού παρουσίαν γενέσθαι»; Τον λιτοδίαιτο και ασκητικό ποιμένα, πολέμιο της τρυφής και της πολυτελούς ζωής των αρχόντων, πολιτικών και εκκλησιαστικών. Τον υπερασπιστή των πτωχών και αδυνάτων. Τον κήρυκα της μετανοίας και της ελεημοσύνης. Τον αναμορφωτή των ηθών της εποχής του. Τον υψώσαντα την Ιερωσύνη με τα συγγράμματα και την ζωή του εις το ύψος που της αρμόζει και προκαλέσαντα γι' αυτό τον φθόνο και την μήνι αναξίων κληρικών. Τον μη δειλιάσαντα να ελέγξει την πανίσχυρη βασίλισσα Ευδοξία και τον κύκλο των γυναικών της αυλής της. Τον μάρτυρα αυτόν και ομολογητή της ευαγγελικής αληθείας, που προτίμησε να αποθάνει εξόριστος και κακουχούμενος επί τρία έτη στον Πόντο (404 – 407), παρά υποχωρών και υποκύπτων στους πολιτικούς άρχοντες να τραυματίσει το κύρος της Εκκλησίας και να την υποτάξει στον καίσαρα4.
Όταν γεννήθηκε ο Χρυσόστομος στην μεγαλούπολη της Αντιοχείας, σπουδαίο κέντρο ελληνικής παιδείας από τους ελληνιστικούς χρόνους, δεύτερη σε πληθυσμό μετά τη Ρώμη, γύρω στο 350, κατά είκοσι περίπου χρόνια νεώτερος των δύο άλλων μεγάλων Ιεραρχών, του Βασιλείου και του Γρηγορίου, είχε συντελεσθή η μεγάλη, η κοσμοϊστορική αλλαγή του Κωνσταντίνου. Η πολιτεία έπαυσε να αντιμετωπίζει εχθρικά και να διώκει την Εκκλησία· άλλαξε ριζικά την θρησκευτική της κατεύθυνση και από ειδωλολατρική μεταμορφώθηκε σε χριστιανική. Ήταν ένα εντελώς καινούριο πολίτευμα, καινή πολιτεία, πολίτευμα θεϊκό, που δεν έχει καμμία σχέση με θεοκρατικά πολιτεύματα άλλων θρησκειών, όπως δεν έχει σχέση το Ευαγγέλιο, ως καινή διδαχή, με τις διδασκαλίες τους, με κοσμικές επιδιώξεις και τυραννική δομή, ούτε με την δήθεν χριστιανική παπική ιεροκρατία, που θέλει την πολιτική εξουσία υποχείρια των παπών και μεταβάλλει την Εκκλησία σε εγκόσμια πολιτική δύναμη, αναιρώντας κατά τον Ντοστογιέφσκυ κάθε ίχνος χριστιανικής ταυτότητος. Ο Χριστός είχε διδάξει την αυτονομία των δύο θεσμών και τους διακριτούς τους ρόλους με το γνωστό και πολυχρησιμοποιούμενο «απόδοτε τα καίσαρος καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ»5. Είχε αποκλείσει όμως συγχρόνως την εκ μέρους των Χριστιανών ηγετών άσκηση κοσμικής εξουσίας, συνδεδεμένης με αυταρχισμό και κυριαρχία: «Οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών. Ουχ ούτως δε έσται εν υμίν· αλλ' ος αν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται πάντων δούλος»6. Διευκρίνησε επίσης με σαφήνεια ότι η Εκκλησία, ως βασιλεία του Θεού επί της γης, δεν έχει σχέση με αυτόν τον κόσμο, είναι πνευματικού, εσχατολογικού χαρακτήρος7, και ότι οι Χριστιανοί ως μαθηταί Του «ουκ εισίν εκ του κόσμου»8. Την κοσμική εξουσία την αντιμετώπισε ο Χριστός ως πειρασμό του Διαβόλου9.
Η αυτονομία πάντως της πολιτικής εξουσίας σύμφωνα με το «απόδοτε τα καίσαρος καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» δεν απαλλάσει τον καίσαρα, που εξισώνεται και αυτός ως προς την ανθρώπινη ουσία και αξία με όλους τους άλλους ανθρώπους, από το να πράττει και αυτός τα του Θεού, να κυβερνά και να διοικεί τους πολίτες εν αγάπη και δικαιοσύνη ως εικόνα του παμβασιλέως και φιλανθρώπου Χριστού. Η μεγάλη επομένως αλλαγή στην πολιτική ιδεολογία και πολιτειολογία δεν είναι η αλλαγή των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, που όντως υπάρχει στην υιοθέτηση φιλικής προς την Εκκλησία στάσεως –αυτό θα μπορούσε να γίνει και προηγουμένως, αλλά και πάντοτε και από μη χριστιανικές πολιτείες-, αλλά στην απόφαση της πολιτείας να υποταγεί στο θέλημα του Θεού και να τηρήσει τις εντολές του, να νομοθετεί και να διοικεί με βάση το Ευαγγέλιο του Χριστού. Αυτή είναι η πρωτιά του Μ. Κωνσταντίνου, όπως επισημαίνει ένας ύμνος του εσπερινού της εορτής του: «Πρώτος καθυπέταξας την αλουργίδα, αείμνηστε βασιλεύ, εκουσίως Χριστώ, αυτόν επιγνούς Θεόν και παμβασιλέα, πάντων ευεργέτην, νικοποιόν, πάσης αρχής και εξουσίας τον υπερκείμενον». Η συχνάκις σε τοιχογραφίες και μικρογραφίες απαντώσα παράσταση βυζαντινών βασιλέων να γονατίζουν προ του θρόνου του παμβασιλέως Χριστού και η ονομασία των ως φιλοχρίστων αυτήν την αλλαγή υποδεικνύουν.
Μέσα λοιπόν σε μία χριστιανική πολιτεία, όπως αυτή διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε στην βυζαντινή εκκλησιολογία και πολιτειολογία με τη συμβολή των Τριών Ιεραρχών, ιδιαίτερα του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, δεν υπάρχει πρόβλημα συγκρούσεως Εκκλησίας και Πολιτείας ή σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Θα συγκρουσθεί η χριστιανική πολιτεία με τον εαυτό της; Πολιτικοί και εκκλησιαστικοί άρχοντες, κλήρος και λαός είναι συγχρόνως μέλη της Εκκλησίας και της Πολιτείας. Υπάρχει απλώς πρόβλημα σχέσεων βασιλείας και ιερωσύνης, imperium και sacerdotium, πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, η κάθε μία από τις οποίες έχει καθορισμένα όρια, τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει και να υπεισέρχεται στις αρμοδιότητες της άλλης. Υπάρχει όπως ορθά ελέχθη θέμα ιεραρχήσεως των εξουσιών μέσα στην Εκκλησία10, η οποία τώρα περιλαμβάνει και τους άρχοντες.
Ο κανόνας αυτός της αρμονικής συνύπαρξης είχε και τις εξαιρέσεις του, τις οποίες προκαλούσε συνήθως η εκ μέρους της Πολιτείας υπέρβαση των ορίων και η ανάμειξή της σε καθαρώς εκκλησιαστικά θέματα. Οι εξαιρέσεις αυτές παρέσυραν πολλούς ερευνητές να υποστηρίξουν την άποψη ότι στο Βυζάντιο δεν λειτουργούσε το σύστημα της συναλληλίας αλλά της πολιτειοκρατίας, ο μνημονευθείς Καισαροπαπισμός, δηλαδή η πλήρης υποταγή της Εκκλησίας στην Πολιτεία, στον καίσαρα. Δικαιολογούν έτσι και την εξ αντιδράσεως εφαρμογή στη Δύση του αντιθέτου θεσμού της ιεροκρατίας, του λεγομένου Παποκαισαρισμού, της υποταγής δηλαδή της Πολιτείας στην Εκκλησία, στον πάπα. Στην καθ' ημάς Ανατολή δεν ίσχυσε ούτε το ένα ούτε το άλλο μοντέλο σχέσεων. Παρά τις πολιτειοκρατικές επεμβάσεις εις βάρος της Εκκλησίας από την εποχή των Βαυαρών του Όθωνος, το σύστημα της συναλληλίας, της συνεργασίας δηλαδή με διάκριση των ρόλων, με διάκριση των εξουσιών θα λέγαμε, λειτούργησε κατά το μάλλον και ήττον θετικά. Ουδέποτε ετέθη θέμα χωρισμού των δύο θεσμών αλλά βελτιώσεως της συνύπαρξης και της συνεργασίας.

3. Η διδασκαλία του Χρυσοστόμου
α'. Το αήττητο και ακατάβλητο της Εκκλησίας
Ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι η Εκκλησία, λόγω της θεϊκής της προελεύσεως αλλά και της κεφαλής της που είναι ο ίδιος ο Χριστός, είναι παντοδύναμο επί γης καθίδρυμα, μολονότι ορισμένοι θεωρούν ότι είναι αδύναμη και ασθενική και μπορούν να την συντρίψουν. Σε ομιλία πριν από την εξορία του αναφερόμενος στο αήττητο και ακατάβλητο της Εκκλησίας λέγει με την απαράμιλλη ρητορεία του: «Ει δε απιστείς τω λόγω, πίστευε τοις πράγμασι. Πόσοι τύραννοι ηθέλησαν περιγενέσθαι της Εκκλησίας; Πόσα τήγανα; Πόσοι κάμινοι, θηρίων οδόντες, ξίφη ηκονημένα, και ου περιεγένοντο; Πού οι πολεμήσαντες; Σεσίγηνται και λήθη παραδίδονται. Πού δε η Εκκλησία; Υπέρ τον ήλιον λάμπει. Τα εκείνων έσβεσται, τα ταύτης αθάνατα»11. Η πεποίθησή του στο αήττητο της Εκκλησίας και στην δύναμη της αληθείας ενεψύχωνε τους αγώνες του και τον εξόπλιζε με απαράμιλλη παρρησία και θάρρος. Η δύναμη της αλήθειας, λέγει, δεν χρειάζεται καμμία βοήθεια. Ακόμη και αν μυριάδες εχθρών της προσπαθούν να την σβήσουν, όχι μόνο δεν αφανίζεται, αλλά με όργανα τους διώκτες της γίνεται υψηλότερη και λαμπρότερη, περιφρονούσα όσους μάταια ταλαιπωρούν τους εαυτούς τους και μαίνονται εναντίον της12. Προβάλλει απαράμιλλα τον συνεχή θρίαμβο της Εκκλησίας διά μέσου της ιστορίας. Προσπαθεί να συγκρατήσει όσους ισχυρούς πολεμούν την Εκκλησία, με το να συνειδητοποιήσουν ότι επιχειρούν αδύνατα πράγματα: «Ουδέν Εκκλησίας δυνατώτερον άνθρωπε. Λύσον τον πόλεμον, ίνα μη καταλύση σου την δύναμιν· μη είσαγε πόλεμον, εις τον ουρανόν. Άνθρωπον εάν πολεμής, ή ενίκησας, ή ενικήθης. Εκκλησίαν δε εάν πολεμής, νικήσαί σε αμήχανον· ο Θεός γάρ εστιν ο πάντων ισχυρότερος. Μη παραζηλούμεν τον Κύριον; Μη ισχυρότεροι αυτού εσμέν; Ο Θεός έπηξε, τις επιχειρεί σαλεύειν; Ουκ οίσθα αυτού την δύναμιν»13.
Αναφερόμενος στον ισχυρό πρωθυπουργό του Αρκαδίου Ευτρόπιο, ο οποίος κατήργησε το άσυλο των ναών, βρέθηκε όμως κατόπιν στην ανάγκη να το χρησιμοποιήσει ο ίδιος, διαπιστώνει: «Εκκλησίας ουδέν ίσον. Μη μοι λέγε τείχη και όπλα· τείχη μεν γαρ τω χρόνω παλαιούνται, η Εκκλησία δε ουδέποτε γηρά. Τείχη βάρβαροι καταλύουσιν, Εκκλησίας δε ουδέ οι δαίμονες περιγίνονται...Τοιούτον έχει μέγεθος η Εκκλησία· πολεμουμένη νικά· επιβουλευομένη περιγίνεται· υβριζομένη λαμπροτέρα καθίσταται· δέχεται τραύματα και ου καταπίπτει υπό των ελκών· κλυδωνίζεται, αλλ' ου καταποντίζεται· χειμάζεται, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένει· παλαίει, αλλ' ουχ ηττάται· πυκτεύει, αλλ' ου νικάται»14. Δεν χορταίνει κανείς να ακούει τον χρυσοστομικό λόγο: «Πολλά τα κύματα και χαλεπόν το κλυδώνιον· αλλ' ου δεδοίκαμεν, μη καταποντισθώμεν· επί γαρ της πέτρας εστήκαμεν. Μαινέσθω η θάλασσα, πέτραν διαλύσαι ου δύναται· εγειρέσθω τα κύματα, του Ιησού το πλοίον καταποντίσαι ουκ ισχύει... Χριστός μετ' εμού και τίνα φοβηθήσομαι; Καν κύματα κατ' εμού διεγείρηται, καν πελάγη, καν αρχόντων θυμοί. Εμοί ταύτα πάντα αράχνης ευτελέστερα»15.
Καλός μελετητής και ερευνητής του χρυσοστομικού έργου ο αείμνηστος καθηγητής του Κανονικού Δικαίου στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Μουρατίδης γράφει σχετικώς: «Η πίστις του ιερού Χρυσοστόμου, ότι η Εκκλησία εις την εκπλήρωσιν της υψίστης αποστολής της δεν εξαρτάται εκ των ισχυρών της γης, απετέλεσε την αδαμαντίνην βάσιν επί της οποίας ωκοδόμησε τας προς την Πολιτείαν σχέσεις της υπ' αυτόν Εκκλησίας και απέβη υπέροχον εν τη ιστορία της Εκκλησίας πρότυπον, η μίμησις του οποίου εκ μέρους των εκάστοτε ηγετών της Εκκλησίας αποτελεί την ασφαλή και βεβαίαν οδόν διά την ορθήν λύσιν του επιμάχου και περιπλόκου προβλήματος των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας»16 .
β'. Η πολιτική εξουσία
Πώς όμως βλέπει την Πολιτεία ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος ως προς την προέλευση, τους σκοπούς και τη σχέση της προς την Εκκλησία; Επί των θεμάτων αυτών έχει διατυπώσει ενδιαφέρουσες απόψεις, περισσότερες των άλλων Πατέρων, γι' αυτό και προεκάλεσε το ενδιαφέρον των ερευνητών, ένας εκ των οποίων, ο αυστριακός St. Verosta, τον χαρακτηρίζει και εις τον τίτλον του έργου του ως φιλόσοφον της πολιτείας, ως πολιτειολόγον17 . Μετά μάλιστα και τις ιδικές μας αναλύσεις σε ειδικό κεφάλαιο της διδακτορικής μας διατριβής18 η σχετική διδασκαλία ευρίσκει θέση σε εγχειρίδια και μελέτες Ελλήνων πατρολόγων19 .
Διδάσκει ότι η πολιτική εξουσία έχει καθιερωθή από τον Θεό, αλλά μόνον ως συνέπεια της αμαρτίας. Στον παράδεισο δεν υπήρχε εξουσία, γιατί δεν υπήρχε ανισότητα, και ο άνθρωπος ήταν ελεύθερος από κακίες και πάθη· η εφεύρεση της αμαρτίας προκάλεσε ανισότητες και συγκρούσεις. Για τον λόγο αυτό ήταν απαραίτητη η εμφάνιση της εξουσίας, γιατί χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε τάξη και ειρήνη, και θα επικρατούσαν η αναρχία και το χάος. Είναι απολύτως απαραίτητη η πολιτική εξουσία, «ειρήνης ούσα πρόξενος και οικονομίας πολιτικής». Εάν εκλείψουν οι άρχοντες, θα καταστραφούν τα πάντα, οι πόλεις, τα χωριά, οι οικίες, οι αγορές, «των δυνατοτέρων τους ασθενεστέρους καταπινόντων». Σε άλλη ομιλία του γράφει: «Διά τούτο άρχων, ίνα μη ως οι ιχθύες καταπίνωμεν αλλήλους»20 .
Δεν βλέπει να υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στην θέση ότι η εξουσία είναι συνέπεια της αμαρτίας και στην παύλεια διδασκαλία ότι «ουκ έστιν εξουσία ει μη υπό Θεού»21. Αυτό σε καμμία περίπτωση δεν αναφέρεται στα πρόσωπα των αρχόντων, αλλά στον θεσμό της εξουσίας, δεν σημαίνει δηλαδή ότι «πας άρχων υπό Θεού κεχειροτόνηται»22. Ως θεσμός η εξουσία προέρχεται εκ του Θεού και όχι οι συγκεκριμένοι άρχοντες. Η αιτιώδης σχέση πάντως εξουσίας και αμαρτίας δεν σημαίνει και ποιοτική σχέση. Ως προς την αρχή της έχει κάτι αρνητικό, κατά την λειτουργία και αποστολή της όμως αποκτά θετικό χαρακτήρα, γιατί επιτελεί σπουδαιότατο έργο στον πεπτωκότα κόσμο: «Εισήγαγε μεν γαρ αυτής την χρείαν η αμαρτία· ο δε Θεός προς το συμφέρον ημίν απεχρήσατο»23 . Αναπτύσσων τα περί τεχνών, όπου επίσης διατυπώνει σπουδαίες θέσεις, για το ποιες τέχνες είναι αναγκαίες και ποιες περιττές24, δέχεται ότι η τέχνη του άρχειν, η αρχική τέχνη, όπως την ονομάζει, είναι περισσότερο αναγκαία από όλες τις άλλες, «ότι ταύτης άνευ ουδέν εκείνων όφελος». Η γεωργική τέχνη π.χ., που είναι ανώτερη από όλες τις άλλες θα ήταν ανωφελής, εάν απουσίαζε ο φόβος των αρχόντων, ο οποίος προστατεύει την γεωργική παραγωγή· διαφορετικά όλα τα αγροτικά προϊόντα θα εκλέπτοντο, και θα εδημιουργείτο σφοδρός πόλεμος25 . Οι άρχοντες συντελούντες στην επικράτηση της ειρήνης γίνονται λειτουργοί Θεού κατά τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος συνιστά να προσευχόμαστε υπέρ αυτών. Προετοιμάζουν την άμυνα της χώρας, αποκρούουν τους εχθρούς, εμποδίζουν τις στάσεις, διαλύουν τις διαφορές και συντελούν έτσι τα μέγιστα στην συγκρότηση του βίου26 .
Και στον τομέα της Ηθικής επιτελούν σημαντικό έργο οι άρχοντες. Με το να τιμωρούν τους πονηρούς και να τιμούν τους αγαθούς δημιουργούν ευνοϊκό κλίμα για την καλλιέργεια της αρετής και συμπράττουν έτσι στην εφαρμογή του θελήματος του Θεού27 . Είναι βέβαια δυνατόν να επισυμβεί κατάχρηση, κακή χρήση της εξουσίας από τους άρχοντες. Η κατάχρηση δεν καθιστά κακή την εξουσία, αλλά αποδεικνύει την κακότητα του άρχοντος. Είναι πολύ αυστηρός και επικριτικός ο Χρυσόστομος απέναντι στους κακούς και αδίκους άρχοντες, πράγμα που του εστοίχισε άλλωστε τον θρόνο και την ζωή του, την οποία έχασε από τις ταλαιπωρίες της εξορίας. Προϋπόθεση, λέγει, της ορθής ασκήσεως της εξουσίας είναι εν πρώτοις να γνωρίζει ο άρχων να άρχει επί του εαυτού του, επί των παθών και των κακιών του, και επίσης να τηρεί ο ίδιος με ακρίβεια τους νόμους, είτε της Πολιτείας, αν είναι πολιτικός άρχων, είτε της Εκκλησίας, αν είναι κληρικός: «Αλλ' ούτε ο την πολιτικήν αρχήν μετιών, ούτε ο την πνευματικήν δυνήσονται καλώς ταύτας μεταχειρίζειν, ει μη πρότερον εαυτών άρξαιεν, ως χρη, και τους εκατέρους νόμους της πολιτείας φυλάξαιεν μετά ακριβείας απάσης»28 .
Η υποταγή στους άρχοντες είναι υποχρεωτική για όλους, ακόμη και για τους ευαγγελιστάς, τους αποστόλους, τους προφήτας· δεν ανατρέπει την ευσέβειαν ούτε είναι ταπεινωτική η υποταγή στους πολιτικούς άρχοντες29, εφ' όσον βέβαια δεν ανατρέπονται η πίστις και η ευσέβεια, οπότε «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις»30. Με την ενάρετη άλλωστε ζωή ο άνθρωπος καθίσταται ανώτερος των νόμων και των αρχόντων και καθιστά ουσιαστικώς περιττή την ύπαρξη των εξουσιών, διότι ήδη έχει καθυποτάξει το κακό, την διάπραξη του οποίου τιμωρεί η εξουσία. Γι' αυτόν που πράττει το αγαθό «νόμος ου κείται»31.
γ' . Σχέσεις εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας
Απομένει να αναλύσουμε πώς βλέπει ο Χρυσόστομος τις σχέσεις μεταξύ πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας. Θεωρεί ότι η κάθε μία πρέπει να κινείται μέσα στα όρια της αποστολής της και να μη επεμβαίνει στις αρμοδιότητες της άλλης. Διαγράφει με σαφήνεια αυτά τα όρια, τους διακριτούς ρόλους, όπως λέγεται σήμερα στη σχετική συζήτηση του θέματος. Η τήρηση αυτών των ορίων αποτελεί για την εκκλησιαστική και την πολιτική μας παράδοση την λύση του προβλήματος, η ενίσχυση δηλαδή του ιδικού μας θεσμού της συναλληλίας και όχι το αίτημα του ξενόφερτου και επικίνδυνου χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Επαναλαμβάνουμε ότι ουδέποτε πολιτικός ή εκκλησιαστικός άρχων, πολύ περισσότερο μεμονωμένα άτομα ή συσσωματώσεις λαϊκών στην ιστορία της Ρωμιοσύνης, διανοήθηκαν να προωθήσουν παρόμοια επιδίωξη. Πριν παρουσιάσουμε τις θέσεις του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου θα παραθέσουμε μερικές γνώμες βυζαντινών αυτοκρατόρων από νομοθετικά τους κείμενα.
Ο Ιουστινιανός γράφει ότι τα μέγιστα προς τους ανθρώπους δώρα του Θεού είναι η ιερωσύνη και η βασιλεία· η πρώτη υπηρετεί τα θεία, η δεύτερη ασχολείται με τα βιωτικά των ανθρώπων. Προέρχονται και οι δύο από την ίδια πηγή, τον Θεό, και κοσμούν τον ανθρώπινο βίο32. Ο Βασίλειος Α' Μακεδών γράφει ότι της πολιτείας, που συνίσταται από διαφόρους θεσμούς, οι μέγιστοι και αναγκαιότατοι είναι ο βασιλεύς και ο πατριάρχης· η ειρήνη και η ευδαιμονία των πολιτών στα υλικά και στα πνευματικά, που υπηρετούν αντίστοιχα οι δύο εξουσίες, εξαρτώνται από την ομοφροσύνη και τη συμφωνία τους33. Ο Ιωάννης Τσιμισκής επίσης γράφει ότι κάτω από την ανώτατη αρχή και εξουσία του Θεού, του δημιουργού του ορατού και αοράτου κόσμου, υπάρχουν στον ανθρώπινο βίο δύο εξουσίες, η ιερωσύνη και η βασιλεία, στη μία από τις οποίες ενεχείρισε ο Δημιουργός την επιμέλεια των ψυχών, στην δε άλλη την κυβέρνηση των σωμάτων, ώστε να μη χωλαίνει καμμία από τις δύο περιοχές, αλλά να παραμένει άρτια και ολόκληρη34 .
Πίσω από αυτήν την πολιτειακή τοποθέτηση μπορεί να ανιχνεύσει κανείς την σχετική διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, ιδιαίτερα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, και να διαπιστώσει και στην περίπτωση αυτή πόσο επηρέαζε η χριστιανική διδασκαλία το Βυζαντινό Δίκαιο, το εξανθρώπιζε και το τελειοποιούσε, όπως διαπιστώνεται από πλήθος σχετικών μελετών. Ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι είναι σαφή τα όρια των δύο εξουσιών και ασύγχυτα: «Άλλοι όροι βασιλείας και άλλοι όροι ιερωσύνης... Ούτος μεν γαρ τα επί γης έλαχεν οικονομείν· ο δε της ιερωσύνης θεσμός άνω κάθηται... Ο βασιλεύς σώματα εμπιστεύεται, ο δε ιερεύς ψυχάς»35 . Η πολιτική εξουσία είναι υπεύθυνη για τα σωματικά και τα υλικά, για ό,τι έχει σχέση με το σώμα του ανθρώπου· η εκκλησιαστική εξουσία φροντίζει για τα πνευματικά, για ό,τι έχει σχέση με την ψυχή του. Το κύριον ενδιαφέρον της Εκκλησίας δεν είναι διευθέτηση των βιωτικών πραγμάτων, αλλά η προετοιμασία των ανθρώπων για τον ουρανό. Το πολίτευμα των Χριστιανών, όπως διδάσκει ο Απόστολος Παύλος, βρίσκεται στον ουρανό. Η πολιτεία εξ άλλου δεν έχει ως μέλημα τον φιλοσοφία της ζωής, να διδάξει τι είναι ψυχή, τι κόσμος, ποια είναι η μετά θάνατον τύχη του ανθρώπου, και πώς θα κατορθώσουμε την αρετή. Αυτά είναι έργο των ιερέων, ενώ των πολιτικών αρχόντων έργο είναι τα συμβόλαια, οι συναλλαγές, τα χρήματα. Όλη η φροντίδα της Εκκλησίας πρέπει να καταναλίσκεται στην πνευματική οικοδομή του ανθρώπου και στην προετοιμασία του για τον ουρανό36 .
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται και ο εκ μέρους των ιερέων έλεγχος, όταν οι πολιτικοί άρχοντες λαμβάνουν άδικες αποφάσεις εναντίον των ορθών της πίστεως δογμάτων, εναντίον των πτωχών και αδυνάτων. Αποτελούν και αυτά καταστρατήγηση εντολών του Θεού, οπότε επιβάλλεται ο έλεγχος· δεν αποτελεί αυτό ανάμειξη, αλλά υπόδειξη των ορίων της πολτικής εξουσίας, εφαρμογή του «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις». Δεν θα πάρει ο ιερεύς τα όπλα για να ανατρέψει τους άρχοντες, αλλά θα ελέγξει με παρρησία και θάρρος: «Ιερέως ελέγχειν εστί μόνον και παρρησίαν επιδείκνυσθαι, ουχ όπλα κινείν....αλλά μόνον ελέγχειν και παρρησίαν επιδείκνυσθαι»37 . Ο ίδιος ο Χρυσόστομος έμεινεν αιώνιον παράδειγμα παρρησίας, όταν, ως πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ήλεγξε την βασίλισσα Ευδοξία για διαρπαγή παραθαλασσίου οικοπέδου φτωχής χήρας, και για την διοργάνωση χορών και πανηγύρεων μπροστά στην προτομή της και προς τιμήν της στο προαύλιο του ναού, που παρενοχλούσαν τις ιερές ακολουθίες. Την εις βάρος του έκρηξη οργής της βασίλισσας και την απόφαση για την εξορία του τα αντιμετώπισε με τα παγκοίνως γνωστά και ευφημούμενα: «Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται, πάλιν ζητεί την κεφαλήν Ιωάννου επί πίνακι»38 .
Σε πνευματικά θέματα οφείλουν οι πολιτικοί άρχοντες να υπακούουν εις τους ιερείς, όπως αντίστοιχα στα πολιτικά οφείλουν οι ιερείς να υπακούουν εις τους πολιτικούς, ακόμη και οι απόστολοι, οι ευαγγελισταί, οι προφήται «ου γαρ ανατρέπει την ευσέβειαν αύτη η υποταγή»39. Με θαυμασμό αναφέρεται ο Χρυσόστομος στον ιερομάρτυρα Βαβύλα και επαινεί την στάση του απέναντι στον αυτοκράτορα Νουμεριανό, ο οποίος επέδειξε τέτοια ωμότητα, ώστε κατέσφαξε τον γιό του βασιλέως των Περσών που τον είχε παραδώσει ο ίδιος ο πατέρας του ως όμηρο για την τήρηση κάποιας συμφωνίας. Δεν εδίστασε ο ταπεινός επίσκοπος να εκδιώξει από τον ναό τον αμαρτήσαντα βασιλέα, όπως διαχωρίζει ο ποιμήν εκ της ποίμνης το ψωραλέο πρόβατο, για να εμποδίσει την μετάδοση της νόσου. Είναι συγκλονιστική η ομιλία του Χρυσοστόμου Εις τον μακάριον Βαβύλαν40 .
Σε σχέση πάντως με τους πολιτικούς άρχοντες υπερέχουν, αλλά λόγω του ότι υπερέχει, είναι υψηλότερη η αποστολή τους. Η διαφορά των αντικειμένων, των χώρων της αποστολής τους, προσδίδει υπεροχή στους ιερείς έναντι των βασιλέων και των λοιπών πολιτικών αρχόντων. Αυτή η διαφορά παραλληλίζεται με την διαφορά ουρανού και γης ή ψυχής και σώματος: «Αύτη γαρ η αρχή τοσούτον της πολιτικής αμείνων, όσον γης ο ουρανός...όσον ουν ψυχής και σώματος το μέσον, τοσούτον πάλιν αύτη διέστηκεν εκείνης η αρχή»41 . Αυτή η πνευματική υπεροχή δικαιολογεί και την πράξη της χρίσεως των βασιλέων από τους επισκόπους, όταν εστέφοντο βασιλείς και ανελάμβαναν τα καθήκοντά τους: «Και γαρ αυτήν την βασιλικήν κεφαλήν οι ιεροί νόμοι ταις τούτου φέροντες χερσίν υπέταξαν· και όταν τι δέοι γενέσθαι χρηστόν άνωθεν, ο βασιλεύς προς τον ιερέα, ουχ ο ιερεύς προς τον βασιλέα καταφεύγειν είωθε»42
Επίλογος
Από όσα αναπτύχθηκαν κατέστη, νομίζουμε, σαφές ότι το σύστημα της συναλληλίας, της αρμονικής δηλαδή συνύπαρξης και συνεργασίας εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας, της καθεμιάς μέσα στα όριά της, ταιριάζει απόλυτα στην ιστορία του Ελληνισμού, ο οποίος ουδέποτε έζησε κάτω από το ανίερο και άθρησκο κράτος, αποτελεί δε και θεόθεν επιβληθείσα ρύθμιση μετά την υπό του Θεού παρακίνηση του Μ. Κωνσταντίνου να ιδρύσει χριστιανική πολιτεία, «καινήν πολιτείαν», «πολίτευμα του Θεού», όπως ψάλλουμε όλοι σε δύο πολύ γνωστούς ύμνους43 . Το πολίτευμα αυτό το υιοθέτησαν στη συνέχεια και το εστήριξαν ευσεβείς αυτοκράτορες, μεγάλοι Άγιοι και Πατέρες της Εκκλησίας και ο πιστός λαός διά των αιώνων. Παρά τις πολιτειοκρατικές επιρροές από την εποχή των Βαυαρών του Όθωνος στα κατά καιρούς συντάγματα του νεοελληνικού κράτους έφθασε μέχρι των ημερών μας, σε μας το μικρό κατάλοιπο της μεγάλης Ρωμιοσύνης.
Το αίτημα του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας είναι ξενόφερτο και τεχνητό· δεν έχει κανένα έρεισμα στην εθνική μας παράδοση, ούτε εξυπηρετεί καμμιά αναγκαιότητα. Αποτελεί ιδεολογικό κατάλοιπο της αθεΐας του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, που απέτυχε στις χώρες που επεβλήθη. Ο Θεός και η θρησκεία επιστρέφουν δυναμικά, επηρεάζουν το πολιτικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι και αναγκάζουν τους θιασώτες του διαχωρισμού να αναθεωρήσουν την στάση τους. Ο υπουργός εσωτερικών της Γαλλίας, του πιο γνωστού κοσμικού και άθρησκου κράτους, Νικολά Σαρκοζί, υποψήφιος για την προεδρία της Δημοκρατίας, υποσχέθηκε ότι θα αλλάξει τον νόμο του 1905, που καθιέρωσε χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας και θα επαναφέρει το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία44 . Το ίδιο συμβαίνει και στις πρώην κομμουνιστικές χώρες, όπου, από κοινού και σε συνεργασία αρμονική, πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την πνευματική ξηρασία, τα κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα που δημιούργησε η αθεΐα, η εκδίωξη του Θεού. Θέλουμε και εμείς να πάθουμε τα ίδια;
Η Εκκλησία πάντως είναι αδύνατον να συναινέσει στο χωρισμό. Πρέπει να καταργήσει τους ύμνους της, την τιμή στον Μ. Κωνσταντίνο ως ισαπόστολο και να έλθει σε σύγκρουση προς τους Μεγάλους Πατέρες και Διδασκάλους, προς την διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας. Αν κάποτε ο νέος ολοκληρωτισμός, που καλλιεργείται με την ισοπέδωση και εξομοίωση της τηλεοπτικής κουλτούρας, την πλύση εγκεφάλων, τον αποκλεισμό σοβαρών και υπευθύνων φωνών, την παντελή απουσία αντιστάσεως, ενισχύει και παρασύρει κάποια κυβέρνηση σ' αυτό το εγχείρημα, ας το επιχειρήσει μόνη της η πολιτεία, για να έχει αυτή την ευθύνη της αντιπαραθέσεως στο θέλημα του Θεού, και των προβλημάτων που θα προκύψουν. Σε παρόμοια περίπτωση, όταν ο βασιλεύς Αρκάδιος συνιστούσε στον Χρυσόστομο να εγκαταλείψει οικειοθελώς τον θρόνο του και να απέλθει στον τόπο της εξορίας, όπως ζητούν τώρα από την Εκκλησία να εγκαταλείψει το θεόθεν καθιδρυμένο χριστιανικό κράτος και να εξορισθεί σε ένα άθρησκο κράτος, απήντησε: Εγώ από το Θεό δέχθηκα την ευθύνη της διαποιμάνσεως αυτής της Εκκλησίας και δεν μπορώ να την εγκαταλείψω· εάν εσύ το επιθυμείς, τότε να με διώξεις με τη βία, για να έχω ως απολογία της λιποταξίας την δική σου δύναμη και αυθεντία45 . Είναι βέβαιο ότι η Εκκλησία δεν πρόκειται να ζημιωθεί. Επί αιώνες έζησε όχι μόνο χωρίς καμμία σχέση με την Πολιτεία, αλλά και διωκόμενη από αυτήν· τους τρεις πρώτους αιώνες από τους Ρωμαίους, τέσσερις και πέντε αιώνες από τους Τούρκους και ένα σχεδόν αιώνα στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού· «Ουδέν Εκκλησίας δυνατότερον. Πολεμουμένη νικά. Υβριζομένη λαμπροτέρα καθίσταται». Ο λαός μόνον θα μπει σε πνευματική ξηρασία και σύγχυση.
***
1. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ, Προς Κωλώτην 31: «...Εύροις δ' αν επιών πό­λεις ατειχίστους, αγραμμάτους, αβασιλεύτους, αοίκους, αχρημάτους, νομίσματος μη δεομένας, απείρους θεάτρων και γυμνασίων ανίερου δε πόλεως και άθεου, μη χρωμένης ευχαίς μηδ' όρκοις, μη­δέ μαντείαις μηδέ θυσίαις επ' αγαθοίς μηδ' αποτροπαίς κακών ουδείς εστιν ουδ' έσται γεγονώς θεατής. Αλλά πόλις αν μοι δοκεί μάλλον εδάφους χωρίς ή πολιτεία της περί θεών δόξης υφαιρεθείσης παντάπασι σύστασιν λαβείν ή λαβούσα τηρήσαι».
2. Κατά την έρευνα αυτή του 1999, που περιέλαβε 24 χώρες, τα ποσοστά πεπεισμένων άθεων έχουν ως εξής: Πρ. Ανατ. Γερμανία 18 %, Γαλλία 14%, Βέλγιο 8 %, Ισπανία 6 %, Ελβετία 6 %, Σουη­δία 6 %, Τσεχία 6 %, Βουλγαρία 6 %, Ολλανδία 6 %, Δανία 5 %, Ουγγαρία 5 %, Μ. Βρεττανία 4 %, Πρ. Δυτ. Γερμανία 4%, Σλοβα­κία 4 %, Πορτογαλία 3 %, Ιταλία 3 %, Ουκρανία 3 %, Αυστρία 2 %, Ιρλανδία 2 %, Λιθουανία 1 %, Πολωνία 1 %, Ρουμανία 1 %. Βλ. Γ, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, «Η επίθεση της αθεΐας», εν Τύπος της Κυριακής, 22 Ιαν. 2006, Ιδεοδείκτης, σελ. 4.
3. Για το θέμα της διαμορφώσεως και εξελίξεως των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας πολύ καλές είναι οι μελέτες των: ΧΡ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ, Εκκλησία και Πολιτεία εξ επόψεως Ορθοδόξου, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1964, και Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, Εκκλησία και Πολιτεία στην Ορθόδοξη Παράδοση, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2000. Από το πλήθος των ρωμαιοκαθολικών μελετών ελάβαμε υπ' όψιν την μελέτη του γνωστού δογματολόγου Hugo Rahner, Kirche und Staat im frühen Christentum, München 1961, Kösel-Verlag. όπου όμως η Ιεροκρατία της Ρώμης ερμηνεύεται ως αγώνας ελευθερίας απέναντι των αυτοκρατόρων, στους οποίους υπετάγη η Ορθόδοξη Εκκλησία, απολέσασα την ελευθερία της.
4. Είναι αδύνατο να παραθέσει κανείς έστω και ενδεικτικώς βιβλιογραφία για τον Χρυσόστομο λόγω του όγκου της . Εκτός από το κλασικό δίτομο έργο του C. BAUR, Johannes Chrysostomus und seine Zeit, München 1929, για την στήριξη των εκτιμήσεών μας βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Η σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου κατά τον Άγιον Ιωάννην Χρυσόστομον, Θεσσαλονίκη 19973. Του αυτού, «Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Βασικά γνωρίσματα της ζωής και του έργου του», εν Ο Ιερός Χρυσόστομος. Πρακτικά ΙΣΤ' Θεολογικού Συνεδρίου, Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης 1996, σελ. 181-199. Του αυτού, Ο Απόστολος Παύλος. Πατερική θεώρηση, εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2004. Π.Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ελληνική Πατρολογία, τόμ. Δ', Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 231-322, όπου και άφθονη βιβλιογραφία, και ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τόμοι Α'-Β', Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1999. Για την ρητορική δεινότητα του Χρυσοστόμου εκτός των άλλων προσθέτουμε και την γνώμη του A. HAMMAN, Die Kirchenväter. Kleine Einführung in Leben und Werk, Herder-Bücherei, Freiburg 1967, ο οποίος λέγει αναφερόμενος στους λόγους του Χρυσοστόμου Προς Ευτρόπιον, ότι η Κωνσταντινούπολη άκουσε άλλη μία φορά να αντηχεί δυνατός λόγος, που δεν είχε ακουσθή στην Ελλάδα από τον Δημοσθένη: "Nochmals hörte Konstantinopel die Sprachgewalt auftönen, die seit Demosthenes in Griechenland nie wieder vernommen wurde" (σελ. 126).
5. Ματθ. 22, 21.
6. Μάρκ. 10, 42-43.
7. Ιω. 18, 36: «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».
8. Ιω. 17, 16.
9. Ματθ. 4, 8-10.
10. Η. F. von Campenhausen, Die Griechischen Kirchenväter, Stuttgart 1956: «Das griechische Christentum kennt kein Ringen zwischen Kirche und Staat im abendländisch-mittelalterlichen Sinne. Wenn es auch hier zu kämpfen um die Macht kommt, so handelt es sich regelmäsig immer nur um die hierarchische Macht innerhalb der Kirche».
11. Ομιλία προ της εξορίας 2, PG 52, 429.
12. Εις τον μακάριον Βαβύλαν 2, PG 50, 536: «Ουδεμιάς γαρ δείται βοηθείας η της αληθείας ισχύς, αλλά καν μυρίους έχη τους σβέννυντας αυτήν, ου μόνον ουκ αφανίζεται, αλλά και δι' αυτών των επηρεάζειν επιχειρούντων φαιδροτέρα και υψηλοτέρα άνεισι, των εική κοπτόντων εαυτούς και μαινομένων καταγελώσα».
13. Ομιλία προ της εξορίας 1, PG 52, 429.
14. Ότε της Εκκλησίας έξω ευρεθείς ο Ευτρόπιος 1, PG 52, 398.
15. Ομιλία προ της εξορίας 1-2, PG 52, 427-430.
16. Κ. ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ, Η ουσία και το πολίτευμα της Εκκλησίας κατά την διδασκαλίαν Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αθήναι 1958, σελ. 122.
17. ST. VEROSTA, Johannes Chrysostomus als Staatsphilosoph und Geschichtstheologe, Graz-Wien-Köln 1960.
18. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Η σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου κατά τον Άγιον Ιωάννην Χρυσόστομον, Θεσσαλονίκη 19973, σελ 159ε.
19. Βλ. Π. Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, ένθ΄ ανωτ., σ. 299ε. ΣΤΥΛ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ένθ. Ανωτ., τόμ. Β', σελ. 346ε. Σχετική ανάλυση κάμνει και ο π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΟΡΟΦΣΚΥ, Οι Ανατολικοί Πατέρες του τετάρτου αιώνα, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 398ε.
20. Εις Ρωμ. Ομ. 23, PG 60, 613 ε. Εις Γέν. Λόγος 4, 2, PG 54, 596. Εις Α' Κορ. Ομ. 34, 4, PG 61, 299: «Επειδή γαρ η κακία διαλυτικόν και αναιρετικόν ημών του γένους, ώσπερ τινάς ιατρούς εν μέσαις ταις πόλεσιν εκάθισεν του δικάζοντας, ιν' ώσπερ τινά λοιμόν της αγάπης την κακίαν απελαύνοντες, πάντας εις εν συναγάγωσιν».
21. Ρωμ. 13, 1.
22. Εις Ρωμ. Ομ. 23, 1, PG 60, 615: «Πας ουν άρχων υπό του Θεού κεχειροτόνηται; Ου τούτο λέγω, φησίν· ουδέ γαρ περί των καθ' έκαστον αρχόντων ο λόγος μοι νυν, αλλά περί αυτού του πράγματος. Το γαρ αρχάς είναι και τους μεν άρχειν, τους δε άρχεσθαι, και μηδέ απλώς και ανέδην άπαντα φέρεσθαι, ώσπερ κυμάτων τήδε κακείσε των δήμων περιαγομένων, της του Θεού σοφίας έργον είναί φημι. Διά τούτο ουκ είπεν· Ου γάρ εστιν άρχων, ει μη από Θεού, αλλά περί του πράγματος διαλέγεται λέγων· "Ου γαρ έστιν εξουσία ει μη από Θεού· αι δε ούσαι εξουσίαι υπό Θεού τεταγμέναι εισίν"».
23. Εις Γέν. Λόγος 4, 3, PG 54, 597.
24. Σχετικώς βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, ένθ'ανωτ., σελ. 135.
25. Εις Β' Κορ. Ομ. 15, 3, PG 61, 506.
26. Εις Ρωμ. Ομ. 23, 3, PG 60, 616-617.
27. Αυτόθι, PG 60, 616.
28. Εις Β'Κορ. Ομ. 15, 4, PG 61, 508.
29. Εις Ρωμ. Ομ. 23, 3, PG 60, 618.
30. Πράξ. 5, 29.
31. Εις Β' Κορ. Ομ. 15, 3, PG 61, 507. Α' Τιμ. 1, 9.
32. Νεαρά Στ' : «Μέγιστα εν ανθρώποις εστί δώρα Θεού, παρά της άνωθεν δεδομένα φιλανθρωπίας, ιερωσύνη τε και βασιλεία, η μεν τοις θείοις υπηρετουμένη, η δε των ανθρώπων εξάρχουσά τε και επιμελομένη, και εκ μιας τε και της αυτής αρχής εκατέρα προϊούσα και τον ανθρώπινον κατακοσμούσα βίον».
33. Επαναγωγή: «Της πολιτείας εκ μερών και μορίων αναλόγως τω ανθρώπω συνισταμένης τα μέγιστα και αναγκαιότατα μέρη βασιλεύς εστι και πατριάρχης· διό και η κατά ψυχήν και σώμα των υπηκόων ειρήνη και ευδαιμονία βασιλείας εστί και αρχιερωσύνης εν πάσιν ομοφροσύνη και συμφωνία».
34. PG 117, 805ΑΒ: «Μίαν αρχήν εξεπίσταμαι, την ανωτάτην και πρώτην, ήτις εκ του μη όντος εις το είναι το του ορατού και αοράτου κόσμου παρήγαγε σύστημα· δύο δε τας εν τώδε τω βίω γινώσκω και τη κάτω περιφορά, ιερωσύνην και βασιλείαν, ων τη μεν την των ψυχών επιμέλειαν, τη δε την των σωμάτων κυβέρνησιν ενεχείρισεν ο Δημιουργός, ως αν μη τούτων χωλεύσοιτο μέρος, άρτιόν τε και ολόκληρον διασώζοιτο...».
35. Εις το «Είδον τον Κύριον...»4, 4, PG 56, 125.
36. Εις Β' Κορ. Ομ. 15, 3, PG 61, 507.
37. Εις το «Είδον τον Κύριον...» 4, 5, PG 56, 127
38. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία 6, 18, PG 59, 485-490. ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ, Διάλογος περί βίου και πολιτείας του μακαρίου Ιωάννου, PG 47, 30.
39. Εις Ρωμ. Ομ. 23, 1, PG 60, 615.
40. Εις τον μακάριον Βαβύλαν 6 και 22, PG 50, 541. 571.
41. Εις Β' Κορ. Ομ. 15, 3, PG 61, 57. Βλ. και Περί Ιερωσύνης 3, 1, PG 48, 641: «Ιερωσύνη τοσούτον ανωτέρω βασιλείας έστηκεν όσον πνεύματος και σαρκός το μέσον».
42. Εις Ανδριάντας 3, 1, PG 49, 50.
43. Πρόκειται για το απολυτίκιο και το κοντάκιο της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού: «Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, διά του σταυρού σου, πολίτευμα». «Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ εκουσίως τη επωνύμω σου καινή πολιτεία τους οικτιρμούς σου δώρησαι Χριστέ ο Θεός. Εύφρανον εν τη δυνάμει σου τους πιστούς βασιλείς ημών, νίκας χορηγών αυτοίς κατά των πολεμίων· την συμμαχίαν έχοιεν την σην, όπλον ειρήνης, αήττητον τρόπαιον».
44. Βλ. Γ. Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, «Η επίθεση της αθεΐας», ένθ' ανωτ., σελ. 5.
45. ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ, Περί βίου και πολιτείας του μακαρίου Ιωάννου 9, PG 47, 32: «Εγώ παρά του Σωτήρος Θεού υποδέδεγμαι την εκκλησίαν ταύτην, εις επιμέλειαν της του λαού σωτηρίας, και ου δύναμαι αυτήν καταλείψαι· ει δε τούτο βούλει, η γαρ πόλις σοι διαφέρει, βία με εξέωσον, ίνα έχω απολογίαν της λιποταξίας την σην αυθεντίαν». 
Θεοδώρου Ζήση
Πρωτοπρεσβυτέρου
Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Εκδόσεις "Βρυέννιος"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου