Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Χριστιανισμός και Παιδεία


Χριστιανισμός και Παιδεία


Χριστιανισμός και Παιδεία
 
ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΧΡΟΝΩΝ
Κεφάλαιο Α'
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ
 
           Στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ. η ήττα των ναυτικών δυνάμεων του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, από τον στόλο του Οκταβιανού στην ναυμαχία του Άκτιου, σήμανε την ενσωμάτωση του  τελευταίου ελληνιστικού βασιλείου, του Πτολεμαϊκού της Αιγύπτου, στην ρωμαϊκή οικουμενικότητα. Από τότε, όλος ο μεσογειακός ελληνιστικός χώρος βρέθηκε υπό ενιαία (παρά τους κατά καιρούς εμφύλιους) ρωμαϊκή διοίκηση. Στην ρωμαϊκή επικράτεια η ελληνική παιδεία κατείχε εξέχουσα θέση, σε σημείο που ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (106 π.Χ.- 43 π.Χ.) αποκαλούσε εξοργισμένος τους Ρωμαίους «Γραικύλους» (Graeculus- Graeculi). Τελικά, ούτε ο ίδιος δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τον όρο που ο ίδιος δημιούργησε, όταν τον κατηγόρησε ως «Γραικύλο» για την ελληνομάθειά του ο δήμαρχος Καλήνος. Την ίδια εποχή ο Κοΐντος Οράτιος Φλάκκος έγραψε το περίφημο «Graecia capta, ferum victorem cepit1».
       Λίγα χρόνια αργότερα η ιστορία διαμερίστηκε σε προ Χριστού και μετά Χριστόν εποχή με την ενανθρώπηση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και οι Απόστολοι εξήλθαν από την Παλαιστίνη μεταφέροντας το Ευαγγέλιο της αλήθειας και της σωτηρίας. Οι πρώτες εκκλησίες γεννήθηκαν στην ελληνορωμαϊκή επικράτεια. Αν εξαιρέσουμε τον Ιουδαϊσμό, δύο σημαντικά πνευματικά ρεύματα συνάντησε ο Χριστιανισμός την στιγμή της γέννησής του. Τον Γνωστικισμό και τον Ελληνισμό. Δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο Γνωστικισμός, ως αυτόνομο πνευματικό ρεύμα. Δίνει την εντύπωση συγκρητιστικού παράσιτου της εποχής. Με δύο μόνο βασικές αρχές α) την διαρχία στα όρια ενός ιεραρχικού πληρώματος και β) την γνώση της ενιαίας συμπαντικής πραγματικότητας ως σωτηριολογική προϋπόθεση2 (εξ ου και το όνομα), προσκολλούνταν στις διάφορες θρησκείες της εποχής, προσλάμβανε στοιχεία απ' αυτές και δημιουργούσε ημι-αυτόνομες σέκτες. Με αυτό τον τρόπο διάβρωσε κάθε αυτόνομο πνευματικό κίνημα, χωρίς το ίδιο να είναι. Το ίδιο έπραξε και με τον Χριστιανισμό. Η ανακάλυψη της βιβλιοθήκης του Ναγκ-Χαμαντί στην Αίγυπτο το 1945, και η πληθώρα των γνωστικών κειμένων που αυτή περιέχει, μας δείχνει τον ύπουλο τρόπο και το μέγεθος της πνευματικής διάβρωσης. Ήδη από την Αποστολική εποχή είχε εντοπιστεί ο κίνδυνος. Τόσο ο Απόστολος των Εθνών Παύλος3 όσο και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος4, καταφέρονται στις επιστολές τους κατά των δοξασιών των Γνωστικών και νουθετούν τις εκκλησίες. Το ίδιο έπραξαν και οι μετέπειτα Πατέρες.
       Ο Ελληνισμός ήταν ο μεγάλος πολιτισμός της τότε εποχής. Είχε υπερβεί τα εθνικά πλαίσια και είχε γίνει οικουμενικός. Η ίδια η κοσμοκράτειρα Ρώμη, αν δεν ήταν ελληνογενής, ήταν σίγουρα ελληνοπρεπέστατη. Ως πολιτισμός, λοιπόν, και όχι ως αυτόνομο εθνικό, πνευματικό κίνημα, ήταν πολύπλευρος, και η διάρκεια των αιώνων του είχε προσδώσει πλούτο και βάθος. Είναι, λοιπόν, λάθος (ή σκοπιμότητα), αν θέλουμε να εκτιμήσουμε την σχέση Ελληνισμού-Χριστιανισμού, να διαμελίζουμε την ολότητα αυτού του πολιτισμού, ν' απομονώνουμε κάποια από τις πλευρές του (συνήθως την αρχαία ελληνική ειδωλολατρεία), να μελετούμε τις σχέσεις της απομονωμένης πλευράς με τον Χριστιανισμό, και να γενικεύουμε στη συνέχεια τα συμπεράσματα. Εξ ορισμού ο Χριστιανισμός είναι αντίθετος προς οποιαδήποτε θρησκεία, όχι γιατί είναι εθνική, αλλά γιατί είναι δαιμονική. Πέραν, όμως της ειδωλολατρίας, ο Χριστιανισμός σεβάστηκε, όχι μόνο τον πρώτο πολιτισμό που συνάντησε, τον ελληνικό, αλλά και κάθε άλλο εθνικό ή ευρύτερο πολιτισμό, κουλτούρα, τρόπο ζωής. Κορυφαίο παράδειγμα το ιεραποστολικό έργο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου στις περιοχές των Σλάβων. Κακώς συγχέεται η πρακτική εκλατινισμού των υπό κατήχηση λαών στο υποτιθέμενο ιεραποστολικό έργο της "Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας", με την χριστιανική ιεραποστολική δράση. Εξάλλου, ο όρος «καθολική Εκκλησία» του Συμβόλου της πίστεως
σημαίνει και αυτό , ότι δεν πρόκειται για κάποια εθνική Εκκλησία, αλλά τουναντίον για την Εκκλησία όλων των εθνών.
       Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος αποδέχθηκε άμεσα τον Χριστιανισμό, οδηγούμενος δυναμικά σε μια σταδιακή ολοκλήρωση. Τα ερωτήματα και οι αμφισβητήσεις που έθεσε ο φιλοσοφικός στοχασμός και διέδωσε η ελληνική παιδεία, απαντήθηκαν από τον Χριστιανισμό - και με άλλη διατύπωση- η ελληνική φιλοσοφία βρήκε στον Χριστιανισμό τις απαντήσεις που έψαχνε. Ο Χριστιανισμός βρήκε στην ελληνική φιλοσοφία μια ακόρεστη δίψα για γνώση και την διαπότισε. Απάντησε στην ίδια γλώσσα, με την ίδια φρασεολογία, με την ίδια ορολογία, όπως τέθηκαν τα ερωτήματα. Το ίδιο και με την ελληνική τέχνη, η οποία βρήκε στον Χριστιανισμό το αιώνιο κάλλος, που έψαχνε ν' απεικονίσει. Ο δε Χριστιανισμός βρήκε στην ελληνική τέχνη έκφραση και συμβολισμό, για να παρουσιάσει αισθητικά την πνευματική ομορφιά του. Η συζήτηση για τις ρίζες της βυζαντινής τέχνης ενέχει σκοπιμότητες. Αυτό φαίνεται καθαρά την περίοδο της Εικονομαχίας, μια και αυτή θεωρείται, εκτός των άλλων, ως αντιπαράθεση του εικονιστικού ελληνισμού με τις ανεικονικές ανατολικές επιρροές. Στην αντιπαράθεση αυτή Ορθοδοξία και Ελληνισμός έδειξαν ότι συμπλέουν.
       Και στην παιδεία; Παρά τα όσα και ποικίλα έχουν γραφεί για την σχέση του Χριστιανισμού με την ελληνική παιδεία, κάποια γεγονότα παραμένουν αναντίρρητα. Όλοι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν σπουδάσει σε ελληνικά σχολεία, εκτός ίσως από λίγους λατινόφωνους, και πολλοί από αυτούς είχαν λάβει ανώτατη εκπαίδευση. Πολλά στοιχεία για την παιδεία στο Βυζάντιο/Ρωμανία ανακαλύπτουμε στους βίους των αγίων της περιόδου, και αυτό μας δείχνει ότι λάμβαναν την κατώτατη και μέση (εγκύκλιο) εκπαίδευση. Ουδέποτε η Εκκλησία προσπάθησε να υποκαταστήσει την θύραθεν παιδεία με κάποια άλλη. Βέβαια, εκκλησιαστικές σχολές υπήρξαν όλων των βαθμίδων, αλλά και σ' αυτές διδάσκονταν παράλληλα με τα εκκλησιαστικά, και ελληνικά μαθήματα (π.χ. ρητορική, φιλοσοφία και απαραίτητα η τετρακτύς). Ακόμα και ο αρνητικότατος Paul Lemerle αναγκάζεται να το παραδεχθεί: «Αλλά αυτό που είναι αξιοσημείωτο και σημαντικό εδώ είναι ότι στην ελληνική Ανατολή ο θριαμβευτής χριστιανισμός δεν κατέληξε να δημιουργήσει και να επιβάλλει, απέναντι στην ειδωλολατρική σχολή, μια σχολή χριστιανική στην έμπνευσή και στα προγράμματά της5».
       Οπωσδήποτε έλαβε κάποιες προφυλάξεις, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται τα ειδωλολατρικά κείμενα. Ο Μέγας Βασίλειος στον παραινετικό του λόγο Προς τους Νέους διδάσκει τον ορθό τρόπο προσέγγισης της ελληνικής κληρονομιάς. Παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα.
       «Εις δη τούτον (σ. σ. στον εν Χριστώ βίο) άγουσι μεν ιεροί λόγοι, δι' απορρήτων ημάς εκπαιδεύοντες. Έως γε μην υπό της ηλικίας επακούειν του βάθους της διανοίας αυτών ουχ οίον τε, εν ετέροις ου πάντη διεστηκόσιν, ώσπερ εν σκιαίς τισι και κατόπτροις, της ψυχής όμματι τεως προγυμναζόμεθα, τους εν τοις τακτικοίς τας μελέτας ποιουμένους μιμούμενοι, οι γε εν χειρονομίαις και ορχήσεσι την εμπειρίαν κτησάμενοι, επί των αγώνων τους εκ της παιδιάς απολαύουσι κέρδους.»
       «..., και ποιηταίς και λογοποιοίς και ρήτορσι και πασίν ανθρώποις ομιλητέον, όθεν αν μέλλη προς την της ψυχής επιμέλεια ωφέλειά τις έσεσθαι.»
       «..., τον αυτόν δη και ημείς τρόπον, ει μέλλοι ανέκπλυτος ημίν άπαντα τον χρόνον η του καλού παραμένειν δόξα, τοις έξω δη τούτοις προτελεσθέντες, τηνικαύτα των ιερών και απορρήτων επακουσόμεθα παιδευμάτων˙ και οίον εν ύδατι τον ήλιον οράν εθισθέντες, ούτως αυτώ προσβαλούμεν τω φωτί τας όψεις. Ει μεν ουν εστι τις οικειότης προς αλλήλους τοις λόγοις, προύργου αν ημίν αυτών η γνώσις γένοιτο˙ ει δε μη, αλλά το γε παράλληλα θέντας καταμαθείν το διάφορον, ου μικρόν εις βεβαίωσιν του βελτίονος.»
Και φέρνει ως παράδειγμα τον Μωϋσή:
        «Λέγεται τοίνυν και Μωϋσής εκείνος ο πάνυ, ου μέγιστον εστιν επί σοφία παρά πάσιν ανθρώποις όνομα, τοις Αιγυπτίων μαθήμασιν εγγυμνασάμενος την διάνοιαν, ούτω προσελθείν τη θεωρία του όντος.»
       Παρακάτω εξηγεί πώς πρέπει να επιλέγουν εκ των ελληνικών μαθημάτων τα καλύτερα στοιχεία, και φέρνει το γνωστό παράδειγμα της μέλισσας:
       «Κατά πάσαν δη ουν των μελιττών την εικόνα, των λόγων υμίν μεθεκτέον. Εκείναι τε γαρ ούτε άπασι τοις άνθεσι παραπλησίως επέρχονται, ούτε μην οις αν επιπτώσιν όλα φέρειν επιχειρούσιν, αλλ' όσον αυτών επιτήδειον προς την εργασίαν λαβούσαι, το λοιπόν χαίρειν αφήκαν. Ημείς τε, ην σωφρονώμεν, όσον οικείον ημιν και συγγενές τη αληθεία παρ' αυτών κομισάμενοι, υπερβησόμεθα το λειπόμενον.»
       «Ευθύς ουν εξαρχής επισκοπείν έκαστον των μαθημάτων, και συναρμόζειν τω τέλει προσήκε, κατά την δωρικήν παροιμίαν, τον λίθον ποτί τον σπάρτον άγοντας.»
        Στη συνέχεια δείχνει με παραδείγματα, παρμένα από όλη την γκάμα της ελληνικής γραμματείας, τι εννοεί. Μας εντυπωσιάζει ο πλούτος και η ποικιλία των γνώσεων που είχε επί των ελληνικών συγγραμμάτων και καταλαβαίνουμε πόσο άδικες και ψευδείς είναι οι κατηγορίες που εκτοξεύουν ειδωλολάτρες, του τότε και του τώρα. Και τελειώνουμε την παράθεση αποσπασμάτων με αυτό:
       «Τους μεν ουν των λόγων, οι τας των καλών έχουσιν υποθήκας, ούτως αποδεχώμεθα. Επειδή δε και πράξεις σπουδαίαι των παλαιών ανδρών ή μνήμης ακολουθία προς ημάς διασώζονται, ή ποιητών ή συγγραφέων φυλαττόμεναι λόγοις, μηδέ της εντεύθεν ωφελείας απολειπώμεθα6
        Ίσως έγινε παράθεση περισσότερων αποσπασμάτων απ' όσα χρειάζονταν, αλλά έτσι αποφεύγεται η μεταφορά απόψεων του τάδε ή του δείνα γνωστού επιστήμονα επί του θέματος. Οι λόγοι του Μεγάλου Βασιλείου είναι απλοί και ξεκάθαροι. Πάνω από όλα είναι ενδεικτικοί της στάσης του Χριστιανισμού απέναντι στην ελληνική παιδεία. Και όχι μόνον οι λόγοι του αλλά και η δική του στάση επί του θέματος, που μας την περιγράφει ο αδελφός του Άγιος Γρηγόριος Νύσσης.
       «Τον παιδευθέντα μεν κατά Μωϋσέα πάση σοφία των έξωθεν λόγων, τοις δε ιεροίς γράμμασιν εκ βρέφους και μέχρι της τελειώσεως συντραφέντα και συναξηθέντα και συνακμάσαντα˙ όθεν διδάσκων πάντα άνθρωπον εν πάση σοφία τη θεία τε και τη έξωθεν, οίον τις αριστεύς περιδέξιος δι' εκατέρας παιδεύσεως τοις αντιτεταγμένοις εαυτόν ανθοπλίζων, υπεραίρει δι' αμφοτέρων τους προσπαλαίοντας, υπερέχων εν εκατέρω τους εν θατέρω τινά κατά της αληθείας ισχύν έχειν νομίζοντας, τους μεν εκ της αιρέσεως τας Γραφάς προβαλλομένους, ταις Γραφίς ανατρέπων, Έλληνας δε δια της ιδίας αυτών συμποδίζων παιδεύσεως7
       Οι πρώτοι, όμως που έδωσαν πολεμικό τόνο στις σχέσεις ελληνικής παιδείας και Χριστιανισμού ήταν οι ειδωλολάτρες. Πρέπει να επισημανθούν κάποια πράγματα. Με το διάταγμα του Καρακάλα το 212 μ.Χ. αποδόθηκε η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας. Αυτό ήταν το τρίτο και τελευταίο στοιχείο που απέμενε, και με την σύνθεση Χριστιανισμού και ελληνικής παιδείας γεννήθηκε η Ρωμηοσύνη. Ο επόμενος σταθμός, αναπόφευκτος θα λέγαμε, όπως μελετάμε σήμερα την τότε εποχή, ήταν η μετατόπιση του κέντρου βάρους της αυτοκρατορίας ανατολικά, η μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους στην αρχαία αποικία των Μεγαρέων, το Βυζάντιο. Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης σηματοδοτούσε την άνοδο της Ρωμηοσύνης στο προσκήνιο της Ιστορίας. Με την άνοδο αυτή είχαμε από την μια πλευρά την πτώση της παλαιοπολιτικής άρχουσας τάξης της Ρώμης. Από την άλλη είχαμε ανάλογο αντίκτυπο στην ανατολική επικράτεια, κυρίως ψυχολογικό, στους ειδωλολάτρες. Η άνοδος των Ορθόδοξων υπηκόων της αυτοκρατορίας δυσαρέστησε τα υπολείμματα των ειδωλολατρών, οι οποίοι από θέση πολιτικής ισχύος τους κατεδίωκαν μέχρι τότε, ενώ τώρα τέθηκαν στο πολιτικό και ιστορικό περιθώριο. Η μέχρι τότε κραταιά ειδωλολατρία, έμεινε απλώς διαχειριστής του ονόματος Έλληνες. Και πάλι γίνεται επίκληση της άποψης του P. Lemerle: «Για την ειδωλολατρία (και όχι μόνο γι' αυτήν), στην Ανατολή του 4ου αιώνα, ο ελληνισμός αντιστοιχούσε με την ορθοδοξία, και αίρεση ήταν ο πολιτικός εκρωμαϊσμός που εγκαινίασε ο Μέγας Κωνσταντίνος με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και με όλες τις επιπτώσεις της8». Καταλαβαίνουμε την χρήση της αντιστοιχίας ορθοδοξίας-αίρεσης από τον P. Lemerle, για να καταστήσει πιο κατανοητό το σχήμα του, χωρίς απαραίτητα να συμφωνούμε. Δύο από τους σημαντικότερους ειδωλολάτρες διδασκάλους της εποχής, ο Λιβάνιος και ο Θεμίστιος, εκφράζουν τις δύο τάσεις, στους κόλπους της ειδωλολατρίας. Ο Λιβάνιος αντιτίθεται στις εξελίξεις, διαμένει λίγα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, αλλά το κλίμα εκεί δεν είναι της αρεσκείας του και στο τέλος την εγκαταλείπει. Αντίθετα ο Θεμίστιος συνεργάζεται στενά με τον Κωνστάντιο Β' (337-361), δείχνοντας προσαρμοστικότητα στην νέα πραγματικότητα.
       Όμως, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα απροσάρμοστου ειδωλολάτρη, είναι ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Αυτός έδωσε το σύνθημα της αντιπαράθεσης, θέλοντας να καταστήσει την ελληνική παιδεία, υπόθεση λίγων συντηρητικών και οπισθοδρομικών ειδωλολατρών, γεγονός αντίθετο στην ανθρωπιστική φύση της ελληνικής παιδείας. Στην επιστολή 61 της εκδόσεως των I. Bidez- F. Cumont γράφει: «Έως μεν ουν τούτου πολλά ην τα αίτια του μη φοιτάν εις τα ιερά, και ο πανταχόθεν επικρεμάμενος φόβος εδίδου συγγνώμην αποκρύπτεσθαι τας αληθεστάτας υπέρ των εών δόξας˙ επειδή δε ημίν οι θεοί την ελευθερίαν έδοσαν, άτοπον είναι μοι φαίνεται διδάσκειν εκείνα τους αθρώπους, όσα μη νομίζουσιν ευ έχειν. Αλλ' ει μεν οίονται σοφούς ων εισιν εξηγηταί και ων ώσπερ προφήται κάθηνται, ζηλούτωσαν αυτών πρώτον την εις τους θεούς ευσέβειαν˙ ει δε εις τους τιμιωτάτους υπολαμβάνουσι πεπλανήσθαι, βαδιζόντων εις τας των Γαλιλαίων εκκλησίας, εξηγησόμενοι Ματθαίον και Λουκάν..9». Απαγόρευσε, λοιπόν, την διδασκαλία στους Χριστιανούς δασκάλους: «Τοις μεν καθηγεμόσι και διδασκάλοις ουτωσί κοινός κείται νόμος˙ ο βουλόμενος δε των νέων φοιτάν ουκ αποκέκλεισται», δηλ. επέτρεπε στους Χριστιανούς μαθητές να παρακολουθούν τα μαθήματα, ως «αγνοούντας», διότι «και γαρ, οίμαι, διδάσκειν, αλλ' ουχί κολάζειν χρη τους ανοήτους».
       Το γεγονός κατέγραψαν στην εκκλησιαστική τους ιστορία οι Σωκράτης, Σωζομενός και Θεοδώρητος. Ο Σωκράτης έγραψε: «Νόμω εκέλευε (ο Ιουλιανός), Χριστιανούς παιδεύσεως μη μετέχειν. Ίνα μη, φησίν, ακονώμενοι την γλώτταν, ετοίμως προς τους διαλεκτικούς των Ελλήνων απαντώσιν»(ΙΙΙ,12). Και παρακάτω: «Ο μέντοι του βασιλέως νόμος, ος τους Χριστιανούς Ελληνικής παιδείας μετέχειν εκώλυε, τους Απολιναρίους, ων και πρότερον εμνημονεύσαμεν, φανερώτερους απέδειξεν» (ΙΙΙ, 16). Στην συνέχεια αναφέρει την προσπάθεια των δύο Απολιναρίων να δημιουργήσουν χριστιανικά κείμενα προς διδασκαλία: «Ο μεν γαρ ευθύς γραμματικός άτε, την τέχνην γραμματικήν Χριστιανικώ τύπω συνέταττε˙ τα τε Μωϋσέως Βιβλία, διά του ηρωικού εξαμέτρου μετέβαλε˙ και όσα κατά την Παλαιάν Διαθήκην εν ιστορίας τύπω συγγέγραπται, και τούτο μεν τω δακτυλικώ μέτρω συνέταττε, τούτο δε, και τω της τραγωδίας τύπω δραματικώς εξειργάζετο». «Ο δε νεώτερος Απολινάριος ευ προς το λέγειν παρασκευασμένος, τα Ευαγγέλια, και τα αποστολικά δόγματα, εν τύπω διαλόγων εξέθετο, καθ' α και ο Πλάτων παρ ‘Ελλησιν». Ως ένα τέτοιο εκπαιδευτικό εγχειρίδιο αναγνωρίζει ο Κίμων Πλακογιαννάκης το θεατρικό «Χριστός Πάσχων». Το συνδέει με την εν λόγω εποχή, χωρίς να καταλήγει στην πατρότητα του κειμένου, το οποίο άλλοι αποδίδουν στον Άγιο Γρηγόριο Ναζιανζηνό, άλλοι σε κάποιον από τους παραπάνω Απολινάριους, άλλοι το θεωρούν μεταγενέστερο10.
       Όπως και να έχει το ζήτημα, η πρόβλεψη του Μεγάλου Αθανασίου «Υποσταλώμεν μικρόν, ω φίλοι˙ νεφύδριον γαρ εστι, και παρέρχεται» κατέστησε αυτές τις προσπάθειες, μάταιες και ανούσιες. Στην απόπειρα των ειδωλολατρών να οικειοποιηθούν την ελληνική παιδεία απάντησε ο Χριστιανισμός με τρόπο στηλιτευτικό, δια στόματος του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου:
       «Πρώτον μεν, ότι κακούργως την προσηγορίαν μετέθηκεν επί το δοκούν ώσπερ της θρησκείας όντα τον Έλληνα λόγον, αλλ' ου της γλώσσης˙ και διά τούτο, ως αλλοτρίου καλού φώρας, των λόγων ημάς απήλασεν ώσπερ αν και τεχνών είρξεν ημάς, όσαι παρ' Έλλησιν εύρηνται, και τούτο διαφέρειν αυτώ διά την ομωνυμίαν ενόμισεν˙ έπειτα, ότι λανθάνειν ημάς υπέλαβεν, ουκ αγαθού τινος των πρώτων αποστερήσειν μέλλων, οι γε και σφόδρα τούτους περιφρονούμεν τους λόγους˙ αλλά τους ελέγχους της ασεβείας φοβούμενος, ώσπερ εν τη κομψεία της λέξεως την ισχύν έχοντας, αλλ' ουκ εν τη γνώσει της αληθείας και τοις ενθυμήμασιν, ων επισχείν ημάς αδυνατώτερον ή τον Θεόν ομολογείν γλώσσαν έχοντας˙ επεί και τούτο μετά των άλλων ιερουργούμεν τον λόγον, ώσπερ τα σώματα, ηνίκα αν και τούτοις αγωνίζεσθαι δέη περί της αληθείας˙ ώστε ο τούτο προστάξας Αττικίζειν μεν εκώλυσε, το δε αληθεύειν ουκ έπαυσε˙»(§5)
       «Αλλ' ανακτέον μοι πάλιν τον λόγον επί τους λόγους˙ ου γαρ φέρω μοι τούτο πολλάκις ανακυκλείν, και πειρατέον συνηγορήσαι τούτοις εις δύναμιν˙ πολλών γαρ και δεινών όντων, εφ' ων εκείνος μισείσθαι δίκαιος, ουκ έστιν ο τι μάλλον ή τούτο παρανομήσας φαίνεται. Και μοι συναγανακτείτω πας όστις λόγοις χαίρων, και τη μοίρα ταύτη προσκείμενος, ων είναι και αυτός ουκ αρνήσομαι. Τα μεν γαρ άλλα παρήκα τοις βουλομένοις, πλούτον, ευγένειαν, ευκλειαν, δυναστείαν, ά της κάτω περιφοράς εστι και ονειρώδους τέρψεως˙ του λόγου δε περιέχομαι μόνου˙ και ου μέμφομαι χερσαίοις τε πόνοις και θαλασσίοις, οι τούτους μοι συνεπόρισαν. Εμοί γουν είη, και όστις εμοί φίλος, το των λόγων κράτος˙ ό πρώτον μετά το πρώτον ησπασάμην τε και ασπάζομαι, τα θεία λέγω, και τας έξω των ορωμένων ελπίδας. Ώστε ει το οικείον πιέζει παν, κατά Πίνδαρον, αναγκαίος ο περί τούτων έμοιγε λόγος και μάλιστα δίκαιον, ως ουκ οιδ' ει τι των άλλων, λόγω την υπερ λόγων χάριν αποδιδόναι τοις λόγοις»(§100)
       Με θαυμάσιο τρόπο μας εξομολογείται ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος την αγάπη του για την μάθηση. Και αξίζει να σημειώσουμε, ότι ενώ όλα τα άλλα, πλούτο, ευγένεια, εύκλεια, δυναστεία, τα θεωρεί ως εφήμερα και μηδαμινά - της κάτω περιφοράς και ονειρώδους τέρψεως- ζητούσε την μάθηση και γι' αυτήν κοπίασε. Την αγάπη αυτή οι ομοιοπαθείς μπορούν να καταλάβουν. Και θεωρεί καθήκον του, να μιλήσει υπέρ της μάθησης και κατά του διατάγματος του Ιουλιανού, ως ελάχιστη αντιπροσφορά, σε όσα αυτή του πρόσφερε, «λόγω την υπέρ λόγων χάριν αποδιδόναι τοις λόγοις». Εξαιρετικό.
       «Πόθεν ουν επήλθε σοι τούτο, ω κουφότατε πάντων και απληστότατε, το λόγων αποστερήσαι Χριστιανούς; Τούτο γαρ ου των απειλουμένων ην, αλλά των ήδη νενομοθετημένων. Πόθεν, κακ τίνος αιτίας; Τις Ερμής σοι λόγιος, ως αν αυτός είποις, τουτ' επί νουν ήγαγε; Τίνες Τελχίνες πονηροί, και βάσκανοι δαίμονες; Ει βούλει, και τούτου την αιτίαν ημείς παραστήσομεν. Έδει γαρ σε πολλοίς εγχειρούντα και παρανόμοις κακοίς, εις τούτο υπαχθήναι τελευτώντα, και σαυτώ προδήλως περιπεσείν˙ ινα ως μάλιστα φρονείν ώου δειν, τούτω μάλιστα λάθης ενασχημονών, και αλογίαν κατακρινόμενος. Αποκρίνομαι γαρ˙ τι σοι το δόγμα βούλεται; Και τις ο λόγος της περί λόγους καινοτομίας; Καν τι δίκαιον δόξης λέγειν, ανιασόμεθα μεν, ου μεμψόμεθα δε˙ και γαρ ώσπερ συν λόγω νικάν, ούτω και νικάσθαι καλώς μεμαθήκαμεν11».(§101)
           Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έχει καταπλήξει με τον θεολογικό του λόγο, και ενώ έχει να επιδείξει και ποιητικό έργο, αυτό δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστό. Εδώ, όμως, δίνει δείγματα ποιητικού λόγου σε πεζό κείμενο, τόσο στην γλώσσα, όσο και στα νοήματα. Αν φιλολογικά προσπαθούσαμε να δούμε αυτές της παραγράφους και μιλούσαμε για ρητορικά σχήματα, μάλλον θα αδικούσαμε το κείμενο. Δεν δείχνει μόνο δύναμη, που ούτως ή άλλως υπάρχει στον ρητορικό λόγο, αλλά και ομορφιά και πλέξη νοημάτων. Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, γιατί τέτοιοι λόγοι δεν διαβάζονταν, δεν εκφωνούνταν, αλλά απαγγέλλονταν τον καιρό εκείνο.
       «Ημέτεροι, φησίν, οι λόγοι, και το Ελληνίζειν, ων και το σέβειν θεούς˙ υμών δε η αλογία και η αγροικία˙ και ουδέν υπέρ το «Πίστευσον» της υμετέρας εστί σοφίας. Ουκ αν μεν, οίμαι, τούτου καταγελάσαιεν οι παρ' υμίν τα Πυθαγόρου φιλοσοφούντες, οις το, Αυτός έφα, το πρώτον και μέγιστον εστι των δογμάτων, και των Χρυσών επών, ειτ' ουν μολιβών αιρετώτερον». (§102)
       Στην επόμενη παράγραφο θέτει το δίλλημα, που προκύπτει από τους ισχυρισμούς του Ιουλιανού και των ομοθρήσκων του «ή γαρ της θρησκείας είναι τούτο φήσεις, ή του έθνους δηλαδή, και των πρώτον ευρισκομένων της διαλέκτου την δύναμιν». Και αφού δείχνει ότι δεν είναι της ειδωλολατρικής θρησκείας κτήμα η ελληνική σκέψη και παιδεία, αλλά πατρική κληρονομιά του έθνους, ξεκαθαρίζει την σύγχυση που προκλήθηκε στη σκέψη των ειδωλολατρών  από την συνωνυμία. Πόσο επίκαιρη φαίνεται σήμερα τούτη η απάντηση ο Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, με τα φαινόμενα νέο-ειδωλολατρείας να προσπαθούν να προκαλέσουν την ίδια ακριβώς σύγχυση με τότε, που χρησιμοποιούν την ίδια αναχρονιστική επιχειρηματολογία του Ιουλιανού, την ίδια αφελή επιχειρηματολογία, σε μια προσπάθεια να οικειοποιηθούν και να μονοπωλήσουν, όχι μόνο ιστορία, σκέψη, παιδεία, αλλά και εθνική συνείδηση και ονόματα. Αλλά και τι ωραία ανακάλυψη κάνουμε σ' αυτό το κείμενο! Βλέπουμε ότι και στο Βυζάντιο/Ρωμανία υπήρχε έθνος, και αυτοί που ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχε εθνική συνείδηση, σφάλλουν. Όχι μόνο υπήρχε, αλλά ήξερε και να διατηρεί την εθνική κληρονομιά της, και μάλιστα μέσα από την Ορθοδοξία και να την προφυλάσσει από επιβουλές. Και συνεχίζει:
       «Σον το Ελληνίζειν; Ειπέ μοι˙ τι δε; Ου Φοινίκων τα γράμματα; Ως δε τινες, Αιγυπτίων; Ή των έτι τούτων σοφωτέρων Εβραίων; Οι και πλαξί θεοχαράκτοις εγγραφήναι τον νόμον παρά Θεού πιστεύουσι; Σον το Αττικίζειν; Το πεττεύειν δε και αριθμείν, και λογίζεσθαι δακτύλοις, μέτρα τε και σταθμά, και έτι προ τούτων τακτικά και πολεμικά, τίνος; Ουκ Ευβοέων; Είπερ Ευβοεύς ο Παλαμήδης, ο πολλών ευρέτης, και διά τούτο επίφθονος, και μέντοι και δίκας της σοφίας απαιτηθείς, και κατακριθείς τοις επί Ιλίου στρατεύσασι; Τι ουν; Αν Αιγύπτιοι, και Φοίνικες, Εβραίοι τε, οις ημείς συγχρώμεθα προς την ημετέραν παίδευσιν, τι δ' αν οι την νήσον έχοντες Εύβοιαν μεταποιούνται τούτων ως αυτοίς διαφερόντων, κατά τας σας υποθέσεις, τι δράσομεν; Ή τι δικαιολογησόμεθα προς αυτούς, τοις οικείοις εαλωκότες νόμοις12;».(§107)
       Ο ποιμενικός αυλός της θεολογίας του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, εσίγησε των αιρέσεων τας σάλπιγγας τότε, αλλά και σήμερα είναι επίκαιρος. Δίνει κατάλληλες απαντήσεις σε σύγχρονους εθνικιστές τηλεαστέρες, οι οποίοι θέλουν να βλέπουν περιούσιους λαούς και πανεθνικισμούς. Αυτά, όμως καταρρέουν εύκολα, όταν μελετούνται οι αλληλεπιδράσεις των πολιτισμών, ειδικά της μεσογειακής γειτονιάς. Διαπιστώνουμε για άλλη μια φορά ότι παρθενογενέσεις πολιτισμικές δεν υπάρχουν, αλλά κάθε λαός έχει προσφέρει κάτι στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, άλλος λίγα, άλλος πολλά, και καθένας έχει δανειστεί στοιχεία από κάποιον άλλο. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές άλλοτε ειρηνικές άλλοτε όχι, αποδεικνύουν ότι πολιτιστικά στεγανά δεν υπάρχουν. Βέβαια, υπάρχουν διαδικασίες επιλογής, όπως υπάρχουν και διαφωνίες και αντιστάσεις. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για συγκρούσεις πολιτισμών, ως φάση νομοτελειακής διαδικασίας. Τις συγκρούσεις αυτές μόνο ως επιβεβλημένες νοούνται και συνδεδεμένες με σκοπιμότητες, τις περισσότερες φορές πολιτικές.
       Άκρως ενδιαφέρον και επίκαιρο το κείμενο του Αγίου του Γρηγορίου του Θεολόγου˙ από τα λίγα που παρατέθηκαν φάνηκε καθαρά η θέση του Χριστιανισμού έναντι της ελληνικής παιδείας. Στην μελέτη της ιστορίας, αναγκαστικά προκύπτουν και υποθετικά ερωτήματα, ως μέρος της διεργασίας για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Και ενώ στην δικανική πρακτική κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο και απορριπτέο στην ιστορική είναι ευχάριστος πειρασμός. Ένα υποθετικό ερώτημα, που προκύπτει από την παραπάνω εξέταση είναι το εξής: Τι θα γινόταν αν ο Χριστιανισμός κρατούσε αρνητική στάση απέναντι στην αρχαία ελληνική σκέψη, παιδεία, γραμματεία; Τι θα γινόταν αν οι Χριστιανοί της αυτοκρατορίας, αν οι Ρωμηοί απέρριπταν την αρχαία κληρονομιά τους; Αν δεν εκπαιδεύονταν, αν δεν μελετούσαν τα κείμενα, δεν τα αντέγραφαν; Αν, όπως ισχυρίζονταν μερικοί, ανθρωπισμό στο Βυζάντιο/Ρωμανία είχαμε μόνο στις περιπτώσεις που μας διασώζεται ένα σπάραγμα κάποιου πλατωνικού ή άλλου διαλόγου ή σχολίου; Την απάντηση μπορούμε να την βρούμε στις σπηλιές του Ουαντί Κουμράν, της Μασάντα, του Ναγκ-Χαμαντί. Θα ψάχναμε για Αριστοτέλη και Πλάτωνα μέσα σε σφραγισμένα πυθάρια, σε κατακόμβες και σε ερείπια. Και φυσικά κανένας λόγος για τους ελλάσονες. Αντ' αυτού τα αρχαία συγγράμματα αναπαύθηκαν σε δημόσιες και εκκλησιαστικές βιβλιοθήκες, μελετήθηκαν, σχολιάστηκαν, αντιγράφηκαν. Μετείχαν σε αντιπαραθέσεις, χάρισαν τίτλους, δημιούργησαν σχολές σκέψεις. Όλα αυτά στην Ανατολή, μέχρι την στιγμή που τα λεηλάτησαν οι Φραγκοφονιάδες των Φραγκοφοριών και τα μετέφεραν στην Δύση. Αλλά κι εκεί έπαιξαν τον σημαντικό τους ρόλο.
       Οι παιδεία στο Βυζάντιο/Ρωμανία ήταν καθ' όλη την διάρκεια της σημαντικής ζωής του ανθρωπιστική. Δεν περιορίζονταν σε κάποιες συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, δεν επικεντρώνονταν ούτε αφορούσε συγκεκριμένα πρόσωπα. Αν κάποιοι πλανήθηκαν και από την μελέτη τους οδηγήθηκαν πίσω σε ειδωλολατρικές συνήθειες (βλέπε Πλήθων), αυτό δεν σημαίνει ότι είχαν και αποκλειστικά δικαιώματα να χειρίζονται κατά τις επιθυμίες τους την ελληνική κληρονομιά. Κι αν δεν είχαν τότε που η μελέτη τους ήταν υπόθεση του ρωμαϊκού και εν μέρει του αραβικού κόσμου, πολύ περισσότερο δεν έχουν τώρα οι λεγόμενοι νεοπαγανιστές, σε μια εποχή που η αρχαία ελληνική γραμματεία έχει γίνει παγκόσμια κληρονομιά. Με αυτές τις εισαγωγικές σημειώσεις ας περάσουμε και στο θέμα της ανώτατης εκπαίδευσης στην Κωνσταντινούπολη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου